Την περασμένη Τρίτη μια μικρή ομάδα διευθυντικών στελεχών ενεργειακών εταιρειών πέρασε το κατώφλι του Λευκού Οίκου με σκοπό να συζητήσει με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ τις ανησυχίες της για την επιμήκυνση της διατάραξης στις ενεργειακές προμήθειες.
Μερικές ημέρες αργότερα, τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς, η τιμή του αργού πετρελαίου έφτασε σε υψηλό τετραετίας, στα 126,31 δολάρια το βαρέλι (με τη διακίνηση πληροφοριών περί νέων χτυπημάτων των ΗΠΑ στο Ιράν), προτού πέσει ξανά στα 114 δολάρια.
Το γεγονός ότι στη διάρκεια της τραμπάλας που κάνει η τιμή του πετρελαίου ξεπεράστηκε ακόμα και το ψυχολογικό υψηλό της ημερομηνίας έναρξης του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι ικανό να καταδείξει ότι η αγορά της ενέργειας βρίσκεται σε μεταβατική φάση.
Μεταβατική, αλλά κυρίως ιστορική, καθώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται άνω του 20% του πετρελαίου και φυσικού αερίου που χρησιμοποιεί η παγκόσμια αγορά, πυροδοτεί δραματικές αλλαγές.
Μία από αυτές, η αποδυνάμωση του Οργανισμού Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών (ΟΠΕΚ) και η αμφισβήτηση της ηγεμονίας της Σαουδικής Αραβίας με την αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τους κόλπους του, την ώρα που όλα δείχνουν να επανακαθορίζονται.
Το αμερικανικό πετρέλαιο μοιάζει να είναι ο μεγάλος κερδισμένος, με τη Ρωσία να εκμεταλλεύεται από την πλευρά της το ράλι των τιμών και να καταργεί το σημαντικό discount με το οποίο πουλούσε έως τώρα στις ενεργειακά διψασμένες Κίνα και Ινδία, ενώ το διυλιστήριο PCK της Γερμανίας, από τα μεγαλύτερα της χώρας, βλέπει τη Μόσχα να κλείνει την κάνουλα του αγωγού Ντρουζμπά που μετέφερε πετρέλαιο από το Καζακστάν στην καρδιά της Ευρώπης.
Με τις χώρες του Κόλπου να αναζητούν επειγόντως λύσεις προτού οι πελάτες τους στραφούν προς άλλους προμηθευτές, οι παραγωγοί της αμερικανικής ηπείρου επιταχύνουν για να καλύψουν τη ζήτηση, ενώ στο βάθος του ενεργειακού πολέμου, σαν ένα final battle επικής ταινίας, οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη υψώνουν τα όπλα τους.
Οι ΗΠΑ εξελίσσονται στο μεγάλο αφεντικό της αγοράς ορυκτών καυσίμων, ενώ η Κίνα κρατά τα ηνία της τεχνολογίας παραγωγής ηλιακής ενέργειας, σε μια εποχή που όλο και περισσότερο ευνοείται η ενεργειακή μετάβαση σε ΑΠΕ. Ποιος θα είναι ο μεγάλος νικητής; Ή, καλύτερα, θα υπάρξει κάποιος νικητής ή οδηγούμαστε σε νέα τάξη πραγμάτων με νέο διαμοιρασμό της πίτας στην παγκόσμια αγορά ενέργειας;

Απότομες μεταβολές
Το disruption που έχουν επιφέρει στην ενεργειακή αγορά ο πόλεμος στο Ιράν και το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ φαίνεται πως την επαναπροσδιορίζει με βάση τους χαμένους και τους κερδισμένους σε αυτή, ιδιαίτερα όσο η μείωση των παγκοσμίων αποθεμάτων πιέζει τις οικονομίες.
Σε ό,τι αφορά τα Στενά, η (μη) κίνηση των τάνκερ και LPG/LNG carriers σε αυτά καθορίζει τη μάλλον πρωτοφανή τραμπάλα με τις τιμές του αργού πετρελαίου. Η τραμπάλα αυτή, δηλαδή οι απότομες μεταβολές στην τιμή του πετρελαίου, αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη λήξη των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης.
Πρόκειται για συμφωνίες για την αγορά ή πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου σε καθορισμένη ημερομηνία - και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το τρέχον συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης brent για παράδοση τον Ιούνιο έληξε την περασμένη Πέμπτη.
Αυτό, εξηγούν οι αναλυτές, συνέβαλε και στην πτώση της τιμής του, μέχρι οι φήμες για νέα πολεμική δράση που φέρεται να εξετάζει ο Τραμπ στο Ιράν να πυροδοτήσουν νέο ράλι. Νωρίτερα, το πιο ενεργό συμβόλαιο για τον Ιούλιο διαπραγματευόταν χαμηλότερα, περίπου στα 110 δολάρια το βαρέλι.
Και γιατί αυτό είναι σημαντικό; Το αργό πετρέλαιο είναι το βασικό συστατικό από το οποίο προκύπτει η βενζίνη και το ντίζελ κίνησης αλλά και θέρμανσης, με την αύξηση του κόστους από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν να οδηγεί σε αύξηση των τιμών στα βενζινάδικα, να ακριβαίνει τις μεταφορές των προϊόντων και να πυροδοτεί πληθωριστική κόλαση στην αγορά.
Στους μεγάλους χαμένους όλου αυτού του disruption συμπεριλαμβάνονται, πρωτίστως, οι Αραβες παραγωγοί πετρελαίου. Η Σαουδική Αραβία είδε τα ηνία της κυριαρχίας της στον ΟΠΕΚ -στον οποίο ανήκει και το Ιράν, ενώ συνεργάζεται και η Ρωσία μέσω του ΟΠΕΚ+- να αμφισβητούνται ανοιχτά μετά την αποχώρηση των ΗΑΕ (τα οποία δυσανασχετούν για τη μη προστασία τους από τον αραβικό κόσμο στη διάρκεια της επίθεσης από το Ιράν), αλλά και μεγάλο μέρος της πελατείας της να μετακινείται.
Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είδαμε στη χώρα μας την περασμένη εβδομάδα, όταν η Motor Oil, παραδοσιακός συνεργάτης των πετρελαϊκών της αραβικής χερσονήσου, παρήγγειλε και παρέλαβε αμερικανικό αργό. Η ανάγκη να συνεχίσει η οικονομία να κινείται και να μη διασαλευτεί η ηρεμία της με μείωση των αποθεμάτων είναι σημαντική.
Αυτό το γνωρίζει καλά η Μόσχα, η οποία βλέπει μια σειρά από οικονομίες στην Ασία και την Αφρική, όπως η Σιγκαπούρη και η Αίγυπτος, που είναι άμεσα εξαρτώμενες από το αραβικό πετρέλαιο, να έχουν εισέλθει σε ενεργειακή κρίση η οποία οδηγεί ακόμα και σε lockdown.
Γι’ αυτό τον λόγο και καταργεί τη σημαντική έκπτωση (έως και 12 δολάρια κάτω από τον δείκτη αναφοράς) την οποία έως τώρα χρησιμοποιούσε ως δέλεαρ για την κινεζική και την ινδική αγορά, ενώ παράλληλα επιχειρεί να πιέσει ενεργειακά την Ευρώπη.
Μια τέτοια κίνηση είναι το αναθεωρημένο πρόγραμμα εξαγωγών της, βάσει του οποίου διακόπτονται οι εξαγωγές πετρελαίου του Καζακστάν προς τη Γερμανία μέσω του αγωγού Ντρουζμπά της Ρωσίας. Αυτές πέρυσι είχαν φτάσει συνολικά στα 2,146 εκατομμύρια τόνους, περίπου 43.000 βαρέλια την ημέρα, 44% αυξημένα σε σχέση με το 2024.
Εκτεταμένες ζημιές
Την πίεση στην Ευρώπη αυξάνει και το ιρανικό χτύπημα στο Κατάρ: πύραυλοι έπληξαν το συγκρότημα Ras Laffan, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στο μεγαλύτερο εργοστάσιο υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο. Οι εγκαταστάσεις που χτυπήθηκαν παράγουν το 17% των εξαγωγών LNG της χώρας, περίπου 13 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Προβλέπεται ότι θα χρειαστούν τρία έως πέντε χρόνια για την πλήρη αποκατάσταση των ζημιών.
Με τις τιμές του φυσικού αερίου να εκτοξεύονται σε υψηλά τριετίας, η ΕΚΤ δήλωσε ότι μια παρατεταμένη διακοπή της παραγωγής από το Ras Laffan θα ωθήσει τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης στο 6,3% και θα προκαλέσει σύντομη ύφεση. Ηδη οι αυξήσεις των τιμών πρόσθεσαν 7 δισ. ευρώ στους λογαριασμούς ενέργειας της Ευρώπης σε μόλις δύο εβδομάδες, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το Κατάρ, το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με μία από τις πιο κρίσιμες οικονομικές περιόδους των τελευταίων ετών, μετά τις επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στις βιομηχανικές πόλεις Ρας Λαφάν και Μεσαϊέντ αναζητά συνέργειες με τα ΗΑΕ και το Ομάν, χώρες με τις οποίες δεν είχε καν διπλωματικές σχέσεις μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αλλά πλέον έχουν κοινό τόπο την αποχώρησή τους από τον ΟΠΕΚ. Η ικανότητά του να αντέξει το πλήγμα είναι υπαρξιακό ζήτημα.
Οχι μόνο επειδή η QatarEnergy αποφάσισε την αναστολή της παραγωγής και των εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, με αντίκτυπο και σε συναφείς βιομηχανίες, όπως αυτές του αλουμινίου, των πετροχημικών, του ηλίου και των λιπασμάτων, αλλά και επειδή η κρίση εγείρει ταυτόχρονα ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία του εφοδιασμού, την εμπιστοσύνη των εταίρων και τα όρια της ανθεκτικότητας σε μια όλο και πιο ασταθή παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Με τις εξαγωγές να έχουν διακοπεί για σχεδόν δύο μήνες, ο αντίκτυπος διευρύνεται και περιλαμβάνει άμεσες απώλειες εσόδων, μείωση των αποστολών, διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και αβεβαιότητα στις μακροπρόθεσμες συμβάσεις με μεγάλους εισαγωγείς στην Ασία και την Ευρώπη.
Ο βασικός αντίκτυπος για την QatarEnergy, καθώς πρόκειται για ανωτέρα βία που την απαλλάσσει από τις νομικές συνέπειες των καθυστερήσεων, είναι το κόστος που συνεπάγεται για τη φήμη της. Οι μεγάλοι αγοραστές δεν λαμβάνουν υπόψη μόνο τους συμβατικούς όρους, αλλά και την ικανότητα του προμηθευτή να παραδίδει με συνέπεια σε περιόδους έντασης.
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή ανοίγει τον δρόμο σε ανταγωνιστές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία, η Αλγερία και η Ρωσία να ενισχύσουν τις θέσεις τους σε ευαίσθητες αγορές.
Διώρυγα της απελπισίας
Με τα Στενά του Ορμούζ να είναι de facto κλειστά, οι χώρες του Κόλπου, εν όψει του κινδύνου οι πελάτες τους να στραφούν μόνιμα προς άλλους προμηθευτές, αναζητούν εναλλακτικές για να επαναφέρουν τη ροή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου προς αυτούς.
Το Κατάρ, για παράδειγμα, βασίζει πολλά στον αγωγό μεταφοράς φυσικού αερίου Dolphin, ο οποίος μεταφέρει LNG -από το 2006, όταν και ολοκληρώθηκε- από το Βόρειο Πεδίο του Κατάρ στο Ταουίλα των ΗΑΕ και από εκεί στο Ομάν. Με δυναμικότητα 3,2 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια ημερησίως, αποτελεί τη μοναδική διασύνδεση φυσικού αερίου μεταξύ των τριών χωρών, λειτουργώντας αδιάλειπτα ακόμη και κατά την περίοδο του διπλωματικού αποκλεισμού.
Τα Εμιράτα προσώρας στηρίζουν την παράκαμψη των Στενών με τη διοχέτευση του 40% των εξαγωγών υδρογονανθράκων του Αμπού Ντάμπι μέσω του αγωγού ADCOP (Abu Dhabi Crude Oil Pipeline). Με μήκος 380 χλμ. ο ADCOP μεταφέρει αργό πετρέλαιο από το Χαμπσχάν του Αμπού Ντάμπι στον τερματικό σταθμό της Φουτζάιρα στον Κόλπο του Ομάν, με δυναμικότητα 1,5-1,8 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως.
Αρκούν όμως αυτά; Πρόκειται για σταγόνα στον ωκεανό τα περίπου 2,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως της δυναμικότητας που έχουν οι εναλλακτικοί αγωγοί της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, λιγότερο δηλαδή από το 13% της συνολικής ροής, μπροστά στα περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως που ήταν η ροή πετρελαίου μέσω των Στενών το 2025.
Ηδη σχεδιάζεται επέκταση του ADCOP με δεύτερο αγωγό προς Φουτζάιρα, αλλά και αναβαθμίσεις στο λιμάνι Ντουκμ του Ομάν, ώστε ΗΑΕ, Κατάρ και Ομάν να μπορούν να διοχετεύουν σημαντικό μέρος των εξαγωγών τους απευθείας στον Ινδικό Ωκεανό, παρακάμπτοντας τα Στενά.
Από την πλευρά της, η Σαουδική Αραβία έχει προσεγγίσει τα ΗΑΕ, το Κατάρ και το Ομάν για να κατασκευάσουν μαζί έναν οδικό διάδρομο προς τη Χάιφα ή μια διώρυγα προς την Αραβική Θάλασσα. Η διώρυγα θα μπορούσε να έχει μήκος μεγαλύτερο των 950 χλμ. και να παρακάμπτει εντελώς τα Στενά, με το κόστος να είναι γιγαντιαίο και τον χρόνο που απαιτείται να πλησιάζει τη δεκαετία, όμως πρόκειται για έργο που θα μονιμοποιούσε την απεξάρτηση των αραβικών χωρών από το Ορμούζ.
Ενα μεγάλο ερώτημα ωστόσο είναι αν και κατά πόσο αξίζει μια τέτοια επένδυση σε βάθος χρόνου, καθώς η ενεργειακή αγορά μετασχηματίζεται και στρέφεται ολοένα περισσότερο στις καθαρές λύσεις παραγωγής ενέργειας.
Η άνοδος της Αμερικής
Στην ανοιχτή θάλασσα ένας στολίσκος άδειων, τεράστιων τάνκερ στρέφεται προς τα δυτικά, κατευθυνόμενος προς τις ΗΠΑ. Εκεί οι εταιρείες εξόρυξης και τα διυλιστήρια τρίβουν τα χέρια τους, καθώς είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι από τον πόλεμο στο Ιράν και τον στραγγαλισμό που προκαλείται στην ενεργειακή αγορά.
Προορισμένα να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη εφοδιαστική κρίση της Ιστορίας, περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια αμερικανικού αργού θα φορτωθούν σε 30 πετρελαιοφόρα που θα τα μεταφέρουν στις παγκόσμιες αγορές.
Εξι φορές περισσότερα από τον προηγούμενο μήνα είναι τα τάνκερ που κατευθύνονται για φόρτωση στις ΗΠΑ αυτές τις μέρες, ενώ οι αμερικανικές εξαγωγές μέσω των τέρμιναλ αυξήθηκαν ήδη 30% φτάνοντας πλέον στα 5,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Ουσιαστικά, το 50% των μπλοκαρισμένων ημερήσιων ροών των 10 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου του Κόλπου μέσω των Στενών καλύπτεται από το αμερικανικό αργό που εξάγεται. Ομοίως, οι εξαγωγές αεροπορικού καυσίμου (jet fuel) από τις ΗΠΑ διπλασιάστηκαν, φτάνοντας σε επίπεδα ιστορικού υψηλού, καθώς οι ευρωπαϊκές αεροπορικές αρχίζουν τις περικοπές πτήσεων όσο η Γηραιά Ηπειρος επιχειρεί να σταθεροποιήσει τις προμήθειές της.
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Καθώς η αγορά πλέον βλέπει να αμφισβητείται η παραδοσιακή κυριαρχία των πετρελαιοπαραγωγών χωρών του Κόλπου στην αγορά ενέργειας, παρατηρεί την άνοδο της Αμερικής.
Οχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά γενικότερα όλης της ηπείρου, καθώς αναλυτές αναμένουν ότι η αύξηση παραγωγής αργού από ΗΠΑ και Καναδά θα συνεχιστεί και σε βάθος δεκαετίας η παραγωγή από τη Λατινική Αμερική θα καλύψει πάνω από τη μισή προμήθεια πετρελαίου παγκοσμίως.
Βραζιλία και Αργεντινή αναμένεται να προσθέσουν περίπου 2,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στην παραγωγή τους σε επίπεδο δεκαετίας, ενώ αν οι τιμές του αργού παραμείνουν άνω των 100 δολαρίων, θα γίνει άκρως συμφέρουσα η παραγωγή επιπλέον 2,1 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως από τη νότια Αμερική.
Οι υψηλές τιμές αναμένεται να ευνοήσουν και άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες (ένα ερώτημα είναι πώς θα κινηθεί η Βενεζουέλα στη μετά Μαδούρο εποχή, με τον απαρχαιωμένο εξοπλισμό της) ή να βάλουν στο παιχνίδι και νέα κοιτάσματα, όπως αυτά της ελληνικής επικράτειας. Και αυτό γιατί οι υψηλές τιμές των καυσίμων ευνοούν τις μεγάλες επενδύσεις από τις πετρελαϊκές σε έρευνα και ανάπτυξη πετρελαϊκών πεδίων και κάνουν πιο συμφέρουσες τις εξορύξεις με βάση το κέρδος από την τελική τιμή πώλησης.

Αναδιάταξη
Την ίδια ώρα, η επικράτηση των Αμερικανών στην ενεργειακή σκακιέρα σηματοδοτεί μια πιθανή αναδιάταξη των παγκόσμιων ενεργειακών προμηθειών και συνιστά τη μεγαλύτερη απειλή για τη μελλοντική ενεργειακή κυριαρχία της Μέσης Ανατολής.
Αυτή που απειλείται κυρίως είναι η Σαουδική Αραβία, η οποία βασιζόμενη στα ατέλειωτα πετρελαϊκά της αποθέματα είχε καταστεί η μεγαλύτερη προμηθεύτρια αργού πετρελαίου στον κόσμο και η de facto ηγέτιδα του καρτέλ του ΟΠΕΚ και των συμμάχων του. Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο πόλεμος στο Ιράν έχει εξαλείψει το 1/3 της παραγωγής αργού πετρελαίου της και κλόνισε την ηγεμονία του βασιλείου της στον ΟΠΕΚ.
Η επανεκκίνηση των κλειστών κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής και της υποδομής που έχει υποστεί ζημιές από drones αναμένεται να κοστίσει μεταξύ 34-58 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με αναλυτές της εταιρείας συμβούλων Rystad Energy. Η διαδικασία αποκατάστασης της παραγωγής στα προηγούμενα επίπεδα θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια, αν επιτευχθεί τελικά.
Η τελική μάχη
Δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη, αλλά στον ανασχηματισμό της ενεργειακής αγοράς, από την οποία προβάλλει προς το παρόν ως μεγάλη νικήτρια η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία, φαίνεται πως η τελική μάχη θα δοθεί μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.
Και αυτό γιατί η Κίνα μπορεί να είναι απολύτως εξαρτώμενη προς το παρόν από το πετρέλαιο -σε ό,τι αφορά τη βιομηχανική της παραγωγή-, όμως έχει ποντάρει σε μια εντελώς διαφορετική στρατηγική: εδώ και δεκαετίες έχει επενδύσει και κερδίσει την κυριαρχία της στις αλυσίδες εφοδιασμού των βασικών συστατικών στοιχείων των τεχνολογιών καθαρής ενέργειας, από τις ανεμογεννήτριες έως τα ηλιακά πάνελ και τις μπαταρίες.
Διπλασίασε τις εξαγωγές
Η βιομηχανική υπεροχή του Πεκίνου έχει βοηθήσει τη μεγαλύτερη εισαγωγέα ενέργειας στον κόσμο να εξελιχθεί και στη μεγαλύτερη προμηθεύτρια καθαρών τεχνολογιών παραγωγής ενέργειας του πλανήτη, καταλαμβάνοντας μερίδιο μεταξύ 60%-85% της παγκόσμιας αγοράς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Κεφαλαιοποιώντας τη διεθνή μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα σε καθαρές μορφές ενέργειας, το Πεκίνο, εξηγούν αναλυτές, εκμεταλλεύεται την ενεργειακή κρίση με την ανασφάλεια σε ό,τι αφορά τα αποθέματα και την προμήθεια ορυκτών καυσίμων, αλλά και τις ακραίες διακυμάνσεις στις τιμές τους.
Ετσι, από τις πρώτες κιόλας μέρες του πολέμου στο Ιράν και στη διάρκεια του πρώτου μήνα του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, η Κίνα διπλασίασε τις εξαγωγές της σε υλικά τεχνολογίας παραγωγής ηλιακής ενέργειας, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι εξαγωγές των 68 GW ήταν 12 φορές μεγαλύτερες από τη συνολική ηλιακή ισχύ της Ελλάδας το 2025 (5,7 GW).
Η συνέχιση της κρίσης στα ορυκτά καύσιμα ευνοεί την Κίνα που έχει επενδύσει στην ηλιακή ενέργεια. Μόνο πέρυσι η ηλιακή ενέργεια κάλυψε περισσότερο από το 1/4 της ανόδου της ζήτησης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά εκτινάχθηκε κατά 600 τεραβατώρες μέσα στο 2025, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο που έχει σημειωθεί ποτέ για οποιαδήποτε μορφή ηλεκτροπαραγωγής εκτός περιόδων ανάκαμψης μετά από κρίσεις.
Η ενίσχυση αυτή κάλυψε περίπου το 70% της παγκόσμιας αύξησης στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με τη συνολική παραγωγή από ηλιακή ενέργεια να αγγίζει σχεδόν τις 2.700 τεραβατώρες, υπερδιπλάσια σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2022.
Φωτογραφίες: Getty images / Ideal image, REUTERS, Shutterstock
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου