Η κατάκτηση της κορυφής. Η συνύπαρξη με τους θεούς, τα βάραθρα και τα ποτάμια. Η μαγεία της ακτογραμμής, τα λιθόχτιστα στολίδια στις παρυφές του. Μια εκδρομή στις γειτονιές του Ολύμπου ισοδυναμεί με εμπειρία ζωής.
Εχουμε διδαχτεί τους μύθους. Εχουμε δει τις ταινίες. Ο καθένας μας έχει φανταστεί τα δικά του οράματα. Ε, άλλο να το σκέφτεσαι, άλλο να το ζεις και άλλο να το βλέπεις. Κακά τα ψέματα, μόνο και μόνο που αντικρίζεις τον Ολυμπο μεγαλειώδες είναι. Τις χιονισμένες κορυφές του να αστράφτουν μες στο κατακαλόκαιρο. Τα σύννεφα να τον σκεπάζουν όταν παντού γύρω του έχει καθαρό ουρανό. Τις αλλεπάλληλες πτυχές του να βουλιάζουν στον κάμπο.
Βόλτα στα φρουριακά ενδότερα του Κάστρου Πλαταμώνα. Οι επισκέπτες ανυπομονούν να αντικρίσουν τη θέα από τις επάλξεις

Ο μύθος της Πιερίας γίνεται αλήθεια μετά την Κοιλάδα των Τεμπών, με το που φανερώνεται το Κάστρο του Πλαταμώνα. Στα επόμενα χιλιόμετρα η συμπαγής κορμοστασιά του «βουνού των θεών» κυριαρχεί στον ορίζοντα, σηματοδοτεί το πέρασμα από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία, μαγνητίζει αλπινιστές, περιπατητές, αρχαιολάτρες και οπαδούς της εξερεύνησης.
Ολυμπος ο πολύκορφος, ο ολύλαμπος, ο δασοσκέπαστος, με τις γάργαρες πηγές και τις αλλεπάλληλες χαράδρες. Η κατοικία του Δία, των Εννέα Μουσών, ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας. Με έκταση 500 τ.χλμ., με 160 χλμ. μονοπατιών, με 55 κορυφές πάνω από τα 2.000 μ. και πιο ψηλές τον Μύτικα (2.918 μ.), το Στεφάνι (2.912 μ.) και το Σκολιό (2.911 μ.) κατακτήθηκε επίσημα στις 2 Αυγούστου του 1913 από τον Ελβετό φωτογράφο Frederic Boissonnas και τον συμπατριώτη του συγγραφέα Daniel Baud Bovy υπό την καθοδήγηση του 30χρονου, τότε, Λιτοχωρίτη υλοτόμου και κυνηγού αγριοκάτσικων Χρήστου Κάκκαλου.
Στα χνάρια τους πατάμε σήμερα. Επιλέγουμε τον δρόμο που θα μας οδηγήσει από τα σωθικά της γης μέχρι «τον θρόνο του Δία» σε ένα ταξίδι που προσφέρει ουκ ολίγες συγκινήσεις. Και για να λυθούν οι όποιες απορίες, η ενδεδειγμένη εποχή για να επιχειρήσει κάποιος τη μυθική ανάβαση είναι ο Αύγουστος, διότι από ένα υψόμετρο και έπειτα κυριαρχούν οι απρόβλεπτες «ολύμπιες» καιρικές συνθήκες. Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στην πλάτη της Λάρισας ακουμπάει ο Κάτω Ολυμπος· ηπιότερος, εξίσου μεγαλοπρεπής και κατάφυτος. Ο Ανω Ολυμπος συστήνεται ως το δεύτερο ψηλότερο βουνό των Βαλκανίων και μοιράζεται ανάμεσα σε Πιερία και Λάρισα (Πιερικός και Θεσσαλικός) με το μεγαλύτερο κομμάτι -και την υψηλότερη κορυφή του- να ανήκουν διοικητικά στην Πιερία.
Οι νοτιοανατολικές πλαγιές του διανθίζονται με κάποια από τα ομορφότερα «παλιά» χωριά της περιήγησης -πάντα με τον Θερμαϊκό στο πιάτο- τα οποία, αφού εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους κάπου στη δεκαετία του '70, ξαναφτιάχτηκαν, ξανααγαπήθηκαν και αισίως βιώνουν τη δεύτερη ζωή τους.
Δίον & παραλίες
Στους πρόποδές του, σε μια έκταση 1.500 στρ., απλώνεται το βαρυσήμαντο και πολυσχιδές Αρχαίο Δίον, η ιερή πόλη των Μακεδόνων, ένας από τους πλέον γοητευτικούς και ενεργειακούς αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας.
Οσον αφορά στην 100% αμμουδερή και ενιαία παραλιακή ζώνη -από τον υδροβιότοπο των Νέων Πόρων μέχρι την μαρίνα του Πλαταμώνα, την Πλάκα και το Βαρικό- δεν τίθεται ζήτημα: όλοι οι καλοί χωράνε. Και οι οικογενειάρχες και οι Βαλκάνιοι και οι Ελληνες και οι τροχοσπιτάδες και οι campers και οι μοναχικοί. Απαντες.
Και μόλις χορτάσουν βουτιές, όταν ξεροψηθούν απ’ το αλάτι και τον ήλιο στρέφονται στη δροσιά του βουνού, αναζητούν τα βαθύσκιωτα μονοπάτια, τους κρυστάλλινους καταρράκτες και τις βάθρες, τα ιστορικά μοναστήρια, τις βυζαντινές εκκλησίες, τα πετρόχτιστα στολίδια και τα αρχαϊκά λείψανα που φτιάχνουν στις απολήξεις του ένα αδιάσπαστο σύνολο.
Στις κορυφές των θρύλων
Το καθεστώς προστασίας του Ολύμπου ξεκινά το 1938 με βασιλικό διάταγμα. Το βουνό-σύμβολο, πέραν της μυθολογικής του διάστασης, είναι μοναδικό για πολλούς και διάφορους περαιτέρω λόγους. Βασικότερος, η αναρχία. Η αναρχία της βλάστησης, του μικροκλίματος, της γεωμορφολογίας. Σκέψου πως αν χαράξεις μια νοητή ευθεία γραμμή από τη θάλασσα, από το 0 υψόμετρο αγγίζεις τα 2.918 μ. μετά από μόλις 18 χλμ.
Τουτέστιν, πολλές φορές το χιόνι διατηρείται μέχρι τον Αύγουστο, σε κάθε 100 μ. ανάβασης η θερμοκρασία πέφτει κατά μισό βαθμό και, φυσικά, οι άνεμοι είναι σύνηθες φαινόμενο (μερικές φορές ξεπερνάνε τα 100 χλμ. την ώρα), όπως άλλωστε και οι καλοκαιρινές καταιγίδες που συχνά συνοδεύονται από χαλαζόπτωση.
Κάτι επίσης χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως τα αείφυλλα πλατύφυλλα αναπτύσσονται πάνω από το ενδεδειγμένο υψομετρικό τους όριο, ενώ το ρόμπολο (ψυχρόβιο κωνοφόρο) εμφανίζεται πολύ χαμηλότερα απ’ ό,τι σε κανονικές συνθήκες, στα 400 μ.
Ο πλούτος ζωής που απαντάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των απόκρημνων κορυφών, στα βάραθρα, τα αλπικά λιβάδια, τα φαράγγια και τα δάση έχει ως εξής: 148 είδη πουλιών, 35 είδη θηλαστικών, 1.700 είδη φυτών, 9 αμφίβια και 21 ερπετά. Παράδεισος για τους φυσιολάτρες.
Επί του πρακτέου τώρα, οι βασικές «πύλες εισόδου» είναι τέσσερις. Το Δίον, η Παλαιά Βροντού, ο Λαρισαϊκός Κοκκινοπηλός και διασημότερη όλων, το Λιτόχωρο. Φυσικά υπάρχουν διαδρομές για αρχαρίους και εξειδικευμένους ορειβάτες, οι κυριότερες έχουν πολύ καλή σήμανση, και το καλοκαίρι -αν υπάρχει μια υποτυπώδης εμπειρία- μπορείς να τις διαβείς μόνος σου.
Κατά τα άλλα, για να κατακτήσεις την κορυφή (ειδικά τον χειμώνα που το μονοπάτι δεν είναι διακριτό) χρειάζεσαι οδηγό. Η διανυκτέρευση και ο ανεφοδιασμός γίνονται σε 9 εν λειτουργία καταφύγια τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες των επισκεπτών σε ετήσια βάση και, εν γένει, ο απώτερος στόχος είναι να... θρονιάσεις στον θρόνο του Δία (Στεφάνι), να αγγίξεις τα Μυτίκια του Μύτικα (ή Πάνθεον) και να αγναντέψεις την απόκοσμη μεγαλοσύνη που όλες τις εποχές αποπνέει το οροπέδιο των Μουσών.
Κάτι επίσης σημαντικό γι’ αυτά τα χιλιοπερπατημένα μονοπάτια είναι το πώς διανοίχτηκαν. Η απάντηση είναι: «λόγω βιοποριστικών αναγκών». Τα μισά χρησιμοποιούνταν από υλοτόμους και τα υπόλοιπα από κτηνοτρόφους και αγωγιάτες που χάραξαν δρόμους για την ευκολότερη πρόσβαση των κοπαδιών τους στα αλπικά. Με την ίδρυση του Εθνικού Δρυμού, τη μείωση της υλοτομίας και τη συρρίκνωση της κτηνοτροφίας σταδιακά εγκαταλείφθηκαν, μέχρι τη συντήρηση και ανάδειξή τους με την έλευση του τουρισμού...
Τέλος πάντων, εφόσον το 90% των επισκεπτών επιλέγει ως αφετηρία το Λιτόχωρο, ξεκινάμε χωρίς δεύτερη σκέψη από εκεί. Τι κι αν στέκει μακριά απ’ τη θάλασσα; Τι κι αν είναι το βασικότερο ορμητήριο για τη διάσχιση του Ολύμπου; Τον 18ο αι. διατέλεσε μέγα ναυτοχώρι. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, μάλιστα (λόγω προνομίων που δόθηκαν από την Υψηλή Πύλη και χάρη στην εκμετάλλευση της ξυλείας του Ολύμπου), αριθμούσε τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στο Β. Αιγαίο.
Η κληρονομιά των καπεταναίων αποτυπώνεται στα ενδότερα του Ναυτικού Μουσείου. Κατ’ επέκτασιν το πολυπληθές αστικό κέντρο φημίζεται για τις πολλαπλές επιλογές διαμονής και εστίασης, για τις βόλτες στην παλιά γειτονιά μα περισσότερο απ’ όλα για τη σύζευξή του με το φαράγγι του ποταμού Ενιπέα: την εντυπωσιακή «ρωγμή του Ολύμπου» στα μετόπισθεν της πόλης.
Η είσοδος επιτυγχάνεται από την τοποθεσία «Μύλοι» (απλά ακολουθείς τις ταμπέλες για την ομώνυμη ταβέρνα) και από εκεί ξεκινά το διεθνές μονοπάτι Ε4 που μετά από 10 χλμ. -με θέα στον Μύτικα και στο Στεφάνι- καταλήγει στη θέση «Πριόνια», όπου και οι πηγές του.
Δύο πράγματα επί τούτου: ο Ενιπέας έχει την ιδιαιτερότητα πως δεν καταλήγει στη θάλασσα και το «γιατί» το εξηγεί ο μύθος. Λέγεται, λοιπόν, πως ο ομώνυμος θεός είχε ερωτική διαμάχη με τον Ποσειδώνα για χάρη της Τυρώς (κόρης του βασιλιά της Ηλιδας), οπότε ο Δίας για να τιμωρήσει την αναίδειά του, τον καταράστηκε να μη φτάνει ποτέ στη θάλασσα.
Οι μεγάλες Θέρμες, τα δημόσια λουτρά του Δίου, χτίστηκαν γύρω το 200 μ.Χ. και αποτελούσαν τον πυρήνα της δημόσιας ζωής

Κατά δεύτερον είναι το ποτάμι που υδροδοτεί το Λιτόχωρο, άρα στα νερά του απαγορεύεται το μπάνιο και για του λόγου το αληθές μία από τις ευκολότερες διαδρομές που μπορείς να ακολουθήσεις είναι η 10’ πορεία προς τη θέση «Βύθος» (το δεξί παραποτάμιο μονοπάτι από τους Μύλους) με τους καταρράκτες και το φράγμα.
Η διάσχιση του φαραγγιού γίνεται βεβαίως και από την ανάποδη (με αφετηρία δηλαδή τα Πριόνια), η οποία είναι και ευκολότερη, καθότι κατηφορική. Στα Πριόνια, τώρα, το πιο γνωστό σημείο αναφοράς για την εξερεύνηση του Ολύμπου καταλήγεις οδικώς μετά από 18 χλμ. από το Λιτόχωρο - και για όσους αναρωτιούνται πήραν το όνομά τους από τα νεροπρίονα που λειτουργούσαν εκεί μέχρι τη δεκαετία του '20.
Στα μισά, λοιπόν, της διαδρομής, μετά το σύγχρονο ομώνυμο μοναστήρι, απαντάται η Παλαιά Μονή του Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω στην οποία φτάνεις επίσης με το αμάξι. Εύκολα, άρα, μπορείς να προσεγγίσεις το φαράγγι από τις παρυφές του -αν δεν θες να το περπατήσεις ολόκληρο (περίπου 6 ώρες)- και μετά από 30' πεζοπορίας με κατεύθυνση προς Λιτόχωρο, να επισκεφθείς και τη σπηλιά-ασκηταριό του αγίου.
Οποιεσδήποτε απορίες αναδύονται (και θα είναι πολλές), απαντώνται με το παραπάνω στο Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Δρυμού Ολύμπου (στα πρώτα χιλιόμετρα προς Πριόνια), μια επίσκεψη που μπορεί να συνδυαστεί με τις οργανωμένες ξεναγήσεις που πραγματοποιεί ο Φορέας, κατόπιν συνεννόησης, σε επιλεγμένα σημεία του Δρυμού.
Ανακεφαλαιώνοντας να πούμε πως οι δύο μεγάλες πεζοπορικές διαδρομές που ξεκινούν από το Λιτόχωρο, αφορούν στον Μύτικα και στο Οροπέδιο των Μουσών. Η μεν πρώτη έχει ως αφετηρία τα Πριόνια, οδηγεί μέχρι το καταφύγιο Σπήλιος Αγαπητός (υψόμετρο 2.600 μ., διάρκεια 3 ώρες), και εν ολίγοις, μετά από άλλες 4 δύσκολες ώρες καταλήγει στην κορυφή του Ολύμπου.
Η δεύτερη ξεκινά από τη θέση Γκόρτσια (14 χλμ. από Λιτόχωρο προς Πριόνια), φτάνει στο καταφύγιο της Πετρσόστρουγκας (2.000 μ., 1/5 ώρα), σε άλλες 6 ώρες στα καταφύγια «Γιόσος Αποστολίδης» και «Χρήστος Κάκκαλος» και εν τέλει στο Οροπέδιο των Μουσών.
Η συγκεκριμένη, μετά από μια παράκαμψη 10’ -στη δεξαμενή νερού- οδηγεί στη σπηλιά όπου έζησε 20 χρόνια της ζωής του ο «ζωγράφος του Ολύμπου» Βασίλης Ιθακήσιος, ένας απλός θνητός που μαγεύτηκε από τον Ολυμπο και εξύμνησε ποικιλοτρόπως τις ομορφιές του...
Στη σκιά του Ολύμπου
Νέοι Πόροι, η παραλία του Πλαταμώνα με το σήμα κατατεθέν αμμουδερό ακρωτήρι, η απεραντοσύνη του Νέου Παντελεήμονα, η Λεπτοκαρυά, η Πλάκα Λιτοχώρου· λόγω εποχής, οι παραθαλάσσιες εξορμήσεις έχουν την τιμητική τους. Θα πάρεις τον χρόνο σου -όσο χρειάζεσαι- και πριν στραφείς στα ορεινά, θα σχεδιάσεις μία επίσκεψη στον ακοίμητο φρουρό της ακτογραμμής.
Το Κάστρο του Πλαταμώνα (καθημερινά 08-15.00) δεσπόζει πάνω από την εθνικό οδό και επιβλέπει τα στρατηγικά περάσματα Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Νότιας Ελλάδας από τον 10ο αι. Η περιήγηση αποκαλύπτει τις μεγαλοπρεπείς επάλξεις, ερείπια βυζαντινών ναών και οικιών, τον εντυπωσιακό (μη επισκέψιμο) οκταγωνικό πύργο ύψους 16 μ. και μια αεροπλανική θέα στις αμμουδερές γλώσσες γης που τον τυλίγουν.
Μέσω Νέων Πόρων (ύστερα από 10 χλμ.) παραδίνεσαι σε έναν κόσμο βυθισμένο στις φτέρες, στις καστανιές, στις βελανιδιές και στα έλατα. Στους λιθόχτιστους Παλιούς Πόρους ξεκινά το ορεινό παραμύθι: ελάχιστοι ξενώνες, μία ταβέρνα στη σκιά ενός μεγαλειώδους γεροπλάτανου, δροσιά, ηρεμία, δεκάδες κρυστάλλινες πηγές και άλλα τόσα εκκλησάκια διακλαδίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις.
6 χλμ. βορειότερα (τα τελευταία σε χωματόδρομο) αφήνεις το αμάξι στο πάρκινγκ και ξεχύνεσαι πεζή στο διασημότερο «μπαλκόνι του Ολύμπου», τον γνωστότερο παραδοσιακό οικισμό, τον ξακουστό Παλιό Παντελεήμονα. Το πέτρινο στολίδι της Πιερίας (προσβάσιμο μέσω και του ομώνυμου νέου χωριού) χτίστηκε από Ηπειρώτες μαστόρους πριν από 700 χρόνια, εγκαταλείφθηκε στα τέλη του '70, και από το '90 κι ύστερα άρχισε με περισσή φροντίδα η συστηματική του ανάπλαση.
Κάπως έτσι, σήμερα, στην αγκαλιά του βρίσκεις ό,τι ζητήσεις: ξενώνες, μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα, οικογενειακές ταβέρνες, την εκκλησία που τον ονομάτισε, το παλιό σχολείο (πλέον καφετέρια) και το παλιό καφενείο να τρατάρουν γλυκά και αφεψήματα τους περαστικούς. Πολλοί βέβαια τον θυμούνται χωρίς ρεύμα (έφτασε πολύ αργότερα - στο κοντινό 2000), και παρόλο που σφύζει από ζωή, οι μόνιμοι κάτοικοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα.
Μία από τις ευκολότερες διαδρομές στο φαράγγι του Ενιπέα ξεκινά από την Παλαιά Μονή του Αγίου Διονυσίου και μετά από 30' οδηγεί στη σπηλιά όπου ασκήτεψε

Ειδικά, πάντως, τους θερινούς μήνες, η προσέλευση των επισκεπτών χτυπάει κόκκινο, λόγω (και) της επιτυχημένης διοργάνωσης «Πολιτιστικό Καλοκαίρι». Τανγκό, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές βραδιές και λοιπές εκδηλώσεις μαγνητίζουν τα πλήθη Ιούνιο-Οκτώβριο, ενώ στον δρόμο για την εγκαταλελειμμένη Παλιά Σκοτίνα (με τον έναν ξενώνα και την Κοίμηση της Θεοτόκου με το κούφιο πλατάνι που χωράει μέσα του μια μικρή οικογένεια), οι λάτρεις των αιθέρων εξασκούνται στον αιωροπτερισμό.
Βορειότερα, ανάμεσα σε Ανω Σκοτίνα και Παλιά Λεπτοκαρυά εντοπίζονται τα αρχαία Λείβηθρα, η πατρίδα του Ορφέα. Κοντά τους και το πολυσυζητημένο «μαγνητικό πεδίο», ένα ανηφορικό σημείο όπου μπορείς να βάλεις «νεκρά» και να... κάνεις τα μαγικά σου με το αμάξι.
Στο επερχόμενο αρχαίο Δίον, θα χρειαστεί να αφιερώσεις τουλάχιστον μισή μέρα από τη ζωή σου. Θα περπατήσεις στο αρχαιολογικό πάρκο, με το ίδιο εισιτήριο θα επισκεφθείς το μουσείο με τα ευρήματα των ανασκαφών, θα κάνεις μαθήματα ψηφιδωτού στο γειτονικό Κέντρο Μεσογειακών Ψηφιδωτών και αν ακολουθήσεις τις ταμπέλες προς «Ορλιά», στις παρυφές του σύγχρονου Δίον, θα συναντήσεις τον πιο εύκολα προσβάσιμο καταρράκτη του Ολύμπου.
Αν, τώρα, κινηθείς προς Βροντού (18 χλμ. ΒΑ της εντοπίζεται η Κονταριώτισσα με την ομώνυμη εκκλησία του 11ου αι.), πριν από τον ρημαγμένο παλιό οικισμό (με μοναδικό όρθιο κτίσμα την εκκλησία του Αγίου Νικολάου) δύο τινά χρήζουν της προσοχής σου: η μετέωρη Αγία Τριάδα (17ος αι.) πάνω απ’ το ρέμα του Παπά (το οποίο λόγω της χαρακτηριστικής ορμής του ονομάτισε τη «Βροντού») και το προσκύνημα της Αγίας Κόρης.
Θα κατέβεις 100 και κάτι σκαλοπάτια, θα ανάψεις ένα κεράκι στο μικρό της ξωκλήσι χαμηλά στη ρεματιά και αν ακολουθήσεις το αριστερό μονοπάτι θα βρεθείς στην σπηλιά όπου ασκήτεψε η αγία. Αν όμως λοξοδρομήσεις στην ανηφορική διακλάδωση, μετά από 600 μ. θα βρεθείς στις γαλαζοπράσινες βάθρες της Αγίας Κόρης, ένα αναπάντεχο υπερθέαμα στις απολήξεις του Ολύμπου. Και ανάλογα τον χρόνο σου θα συνεχίσεις ή όχι την ορεσίβια εμπειρία. Γιατί αν μη τι άλλο, στην Ελλάδα, έχουμε τη δυνατότητα να κατακτούμε τους μύθους. Και τι πιο μυθικό από τον Ολυμπο, το «βουνό των Θεών»;
Ολυμπος ο πολύκορφος, ο ολύλαμπος, ο δασοσκέπαστος, με τις γάργαρες πηγές και τις αλλεπάλληλες χαράδρες. Η κατοικία του Δία, των Εννέα Μουσών, ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας. Με έκταση 500 τ.χλμ., με 160 χλμ. μονοπατιών, με 55 κορυφές πάνω από τα 2.000 μ. και πιο ψηλές τον Μύτικα (2.918 μ.), το Στεφάνι (2.912 μ.) και το Σκολιό (2.911 μ.) κατακτήθηκε επίσημα στις 2 Αυγούστου του 1913 από τον Ελβετό φωτογράφο Frederic Boissonnas και τον συμπατριώτη του συγγραφέα Daniel Baud Bovy υπό την καθοδήγηση του 30χρονου, τότε, Λιτοχωρίτη υλοτόμου και κυνηγού αγριοκάτσικων Χρήστου Κάκκαλου.
Στα χνάρια τους πατάμε σήμερα. Επιλέγουμε τον δρόμο που θα μας οδηγήσει από τα σωθικά της γης μέχρι «τον θρόνο του Δία» σε ένα ταξίδι που προσφέρει ουκ ολίγες συγκινήσεις. Και για να λυθούν οι όποιες απορίες, η ενδεδειγμένη εποχή για να επιχειρήσει κάποιος τη μυθική ανάβαση είναι ο Αύγουστος, διότι από ένα υψόμετρο και έπειτα κυριαρχούν οι απρόβλεπτες «ολύμπιες» καιρικές συνθήκες. Μα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Οι νοτιοανατολικές πλαγιές του διανθίζονται με κάποια από τα ομορφότερα «παλιά» χωριά της περιήγησης -πάντα με τον Θερμαϊκό στο πιάτο- τα οποία, αφού εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους τους κάπου στη δεκαετία του '70, ξαναφτιάχτηκαν, ξανααγαπήθηκαν και αισίως βιώνουν τη δεύτερη ζωή τους.
Οσον αφορά στην 100% αμμουδερή και ενιαία παραλιακή ζώνη -από τον υδροβιότοπο των Νέων Πόρων μέχρι την μαρίνα του Πλαταμώνα, την Πλάκα και το Βαρικό- δεν τίθεται ζήτημα: όλοι οι καλοί χωράνε. Και οι οικογενειάρχες και οι Βαλκάνιοι και οι Ελληνες και οι τροχοσπιτάδες και οι campers και οι μοναχικοί. Απαντες.
Και μόλις χορτάσουν βουτιές, όταν ξεροψηθούν απ’ το αλάτι και τον ήλιο στρέφονται στη δροσιά του βουνού, αναζητούν τα βαθύσκιωτα μονοπάτια, τους κρυστάλλινους καταρράκτες και τις βάθρες, τα ιστορικά μοναστήρια, τις βυζαντινές εκκλησίες, τα πετρόχτιστα στολίδια και τα αρχαϊκά λείψανα που φτιάχνουν στις απολήξεις του ένα αδιάσπαστο σύνολο.
Ο πλούτος ζωής που απαντάται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των απόκρημνων κορυφών, στα βάραθρα, τα αλπικά λιβάδια, τα φαράγγια και τα δάση έχει ως εξής: 148 είδη πουλιών, 35 είδη θηλαστικών, 1.700 είδη φυτών, 9 αμφίβια και 21 ερπετά. Παράδεισος για τους φυσιολάτρες.
Κατά τα άλλα, για να κατακτήσεις την κορυφή (ειδικά τον χειμώνα που το μονοπάτι δεν είναι διακριτό) χρειάζεσαι οδηγό. Η διανυκτέρευση και ο ανεφοδιασμός γίνονται σε 9 εν λειτουργία καταφύγια τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες των επισκεπτών σε ετήσια βάση και, εν γένει, ο απώτερος στόχος είναι να... θρονιάσεις στον θρόνο του Δία (Στεφάνι), να αγγίξεις τα Μυτίκια του Μύτικα (ή Πάνθεον) και να αγναντέψεις την απόκοσμη μεγαλοσύνη που όλες τις εποχές αποπνέει το οροπέδιο των Μουσών.
Κάτι επίσης σημαντικό γι’ αυτά τα χιλιοπερπατημένα μονοπάτια είναι το πώς διανοίχτηκαν. Η απάντηση είναι: «λόγω βιοποριστικών αναγκών». Τα μισά χρησιμοποιούνταν από υλοτόμους και τα υπόλοιπα από κτηνοτρόφους και αγωγιάτες που χάραξαν δρόμους για την ευκολότερη πρόσβαση των κοπαδιών τους στα αλπικά. Με την ίδρυση του Εθνικού Δρυμού, τη μείωση της υλοτομίας και τη συρρίκνωση της κτηνοτροφίας σταδιακά εγκαταλείφθηκαν, μέχρι τη συντήρηση και ανάδειξή τους με την έλευση του τουρισμού...
Η κληρονομιά των καπεταναίων αποτυπώνεται στα ενδότερα του Ναυτικού Μουσείου. Κατ’ επέκτασιν το πολυπληθές αστικό κέντρο φημίζεται για τις πολλαπλές επιλογές διαμονής και εστίασης, για τις βόλτες στην παλιά γειτονιά μα περισσότερο απ’ όλα για τη σύζευξή του με το φαράγγι του ποταμού Ενιπέα: την εντυπωσιακή «ρωγμή του Ολύμπου» στα μετόπισθεν της πόλης.
Η είσοδος επιτυγχάνεται από την τοποθεσία «Μύλοι» (απλά ακολουθείς τις ταμπέλες για την ομώνυμη ταβέρνα) και από εκεί ξεκινά το διεθνές μονοπάτι Ε4 που μετά από 10 χλμ. -με θέα στον Μύτικα και στο Στεφάνι- καταλήγει στη θέση «Πριόνια», όπου και οι πηγές του.
Δύο πράγματα επί τούτου: ο Ενιπέας έχει την ιδιαιτερότητα πως δεν καταλήγει στη θάλασσα και το «γιατί» το εξηγεί ο μύθος. Λέγεται, λοιπόν, πως ο ομώνυμος θεός είχε ερωτική διαμάχη με τον Ποσειδώνα για χάρη της Τυρώς (κόρης του βασιλιά της Ηλιδας), οπότε ο Δίας για να τιμωρήσει την αναίδειά του, τον καταράστηκε να μη φτάνει ποτέ στη θάλασσα.
Οποιεσδήποτε απορίες αναδύονται (και θα είναι πολλές), απαντώνται με το παραπάνω στο Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Δρυμού Ολύμπου (στα πρώτα χιλιόμετρα προς Πριόνια), μια επίσκεψη που μπορεί να συνδυαστεί με τις οργανωμένες ξεναγήσεις που πραγματοποιεί ο Φορέας, κατόπιν συνεννόησης, σε επιλεγμένα σημεία του Δρυμού.
Ανακεφαλαιώνοντας να πούμε πως οι δύο μεγάλες πεζοπορικές διαδρομές που ξεκινούν από το Λιτόχωρο, αφορούν στον Μύτικα και στο Οροπέδιο των Μουσών. Η μεν πρώτη έχει ως αφετηρία τα Πριόνια, οδηγεί μέχρι το καταφύγιο Σπήλιος Αγαπητός (υψόμετρο 2.600 μ., διάρκεια 3 ώρες), και εν ολίγοις, μετά από άλλες 4 δύσκολες ώρες καταλήγει στην κορυφή του Ολύμπου.
Η δεύτερη ξεκινά από τη θέση Γκόρτσια (14 χλμ. από Λιτόχωρο προς Πριόνια), φτάνει στο καταφύγιο της Πετρσόστρουγκας (2.000 μ., 1/5 ώρα), σε άλλες 6 ώρες στα καταφύγια «Γιόσος Αποστολίδης» και «Χρήστος Κάκκαλος» και εν τέλει στο Οροπέδιο των Μουσών.
Η συγκεκριμένη, μετά από μια παράκαμψη 10’ -στη δεξαμενή νερού- οδηγεί στη σπηλιά όπου έζησε 20 χρόνια της ζωής του ο «ζωγράφος του Ολύμπου» Βασίλης Ιθακήσιος, ένας απλός θνητός που μαγεύτηκε από τον Ολυμπο και εξύμνησε ποικιλοτρόπως τις ομορφιές του...
Μέσω Νέων Πόρων (ύστερα από 10 χλμ.) παραδίνεσαι σε έναν κόσμο βυθισμένο στις φτέρες, στις καστανιές, στις βελανιδιές και στα έλατα. Στους λιθόχτιστους Παλιούς Πόρους ξεκινά το ορεινό παραμύθι: ελάχιστοι ξενώνες, μία ταβέρνα στη σκιά ενός μεγαλειώδους γεροπλάτανου, δροσιά, ηρεμία, δεκάδες κρυστάλλινες πηγές και άλλα τόσα εκκλησάκια διακλαδίζονται προς όλες τις κατευθύνσεις.
Κάπως έτσι, σήμερα, στην αγκαλιά του βρίσκεις ό,τι ζητήσεις: ξενώνες, μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα, οικογενειακές ταβέρνες, την εκκλησία που τον ονομάτισε, το παλιό σχολείο (πλέον καφετέρια) και το παλιό καφενείο να τρατάρουν γλυκά και αφεψήματα τους περαστικούς. Πολλοί βέβαια τον θυμούνται χωρίς ρεύμα (έφτασε πολύ αργότερα - στο κοντινό 2000), και παρόλο που σφύζει από ζωή, οι μόνιμοι κάτοικοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα.
Βορειότερα, ανάμεσα σε Ανω Σκοτίνα και Παλιά Λεπτοκαρυά εντοπίζονται τα αρχαία Λείβηθρα, η πατρίδα του Ορφέα. Κοντά τους και το πολυσυζητημένο «μαγνητικό πεδίο», ένα ανηφορικό σημείο όπου μπορείς να βάλεις «νεκρά» και να... κάνεις τα μαγικά σου με το αμάξι.
Θα κατέβεις 100 και κάτι σκαλοπάτια, θα ανάψεις ένα κεράκι στο μικρό της ξωκλήσι χαμηλά στη ρεματιά και αν ακολουθήσεις το αριστερό μονοπάτι θα βρεθείς στην σπηλιά όπου ασκήτεψε η αγία. Αν όμως λοξοδρομήσεις στην ανηφορική διακλάδωση, μετά από 600 μ. θα βρεθείς στις γαλαζοπράσινες βάθρες της Αγίας Κόρης, ένα αναπάντεχο υπερθέαμα στις απολήξεις του Ολύμπου. Και ανάλογα τον χρόνο σου θα συνεχίσεις ή όχι την ορεσίβια εμπειρία. Γιατί αν μη τι άλλο, στην Ελλάδα, έχουμε τη δυνατότητα να κατακτούμε τους μύθους. Και τι πιο μυθικό από τον Ολυμπο, το «βουνό των Θεών»;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου