ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ
Τότε ο Επίσκοπος Κίτρους, που έδρευε
στον Κολινδρό, Νικόλαος Λούσης, προετοίμαζε την επανάσταση ως εξής: "Στη
Μελίκη βρήκα έτοιμο και προκατηχημένο τον φιλόπατρη γέροντα Ιωάννη Καραγκιώζη.
Ο σεβάσμιος αυτός γέροντας ήταν πλούσιος, ο πλέον έγκριτος και ο περισσότερο
ισχυρός στη Μελίκη. Μόλις δε του έκανα κάποια νύξη για την υπόθεση, μου
απέδειξε ότι είχε ήδη συνεννόηση με τους Θεσσαλονικείς και μου υποσχέθηκε ότι, όσον αφορά τη Μελίκη να είμαι ήσυχος
και να μη προβώ σε μύηση άλλου και αυτός θα έχει όλους τους συγχωριανούς του,
όταν δοθεί το σύνθημα.
Στη Βούλτιστα βρήκα προθυμότατους τους δύο μοναχούς
Γρηγοριάτες, Συμεών Ζακύνθιο και Βαρθολομαίο Τήνιο. Η Βούλτιστα είναι τσιφλίκι
της στο Αγιόνυμο Όρος Μονής του Οσίου Γρηγορίου. Οι δε παραπάνω μοναχοί ήταν
επιστάτες σ’ αυτό. Μου υποσχέθηκαν δε ότι θα έχουν έτοιμους τους τσιφλικιώτες
τους όταν λάβουν οριστική είδηση από μένα για την ημέρα της ενάρξεως της
επαναστάσεως. Στη Λιμπάνοβα μυήθηκε με ενθουσιασμό ο Γιάννος Παπά Αργυρίου και
ο Μουχτάρης. Στη Μονή της Σφήνιτσας χρησιμοποίησα την ίδια πολιτική και βρήκα
ενθουσιώδη μόνο τον ιερομόναχο Κύριλλο. Από την ίδια Μονή μύησα τον μοναχό
Διονύσιο Σαρακατζάνο, που ήταν φύλακας της Μονής, γενναίος άνδρας και
οπλοφορών. Επίσης στο Νεόκαστρο, στο Μυλοβό, … στον Πρόδρομο, αφού βρήκα
προθυμότατους σε κάθε χωριό ανά δύο ή τρείς από τους πιο έγκριτους, τους μύησα
και έλαβα υπόσχεση ότι θα έχουν έτοιμα τα χωριά τους σε πρώτη πρόσκλησή
μου."
MEΡOΣ B ‘
[…] Την ημέρα εκείνη (18/2) ο Χοστέβας με αρκετούς οπαδούς του, αφού συνεννοήθηκε με τον Παύλο Πατραλέξη, έσπευσε προς τα Παλατίτσια, για να παραλάβει αυτούς που ήξερε ότι ήταν έτοιμοι, χωρικοί και βλαχοποιμένες οπλισμένοι με παλιά όπλα. […] Ο Χοστέβας μόλις έλαβε την είδηση, ότι αναμενόταν ο προσδιορισμός της ημέρας κήρυξης της επανάστασης, μετέβη στα Παλατίτσια όπου προσκάλεσε τους πρόκριτους του χωριού αυτού αλλά και των γύρω χωριών και τους ζήτησε να του δώσουν όσους νέους μπορούσαν να φέρουν όπλα. Αυτοί με πολύ χαρά έδωσαν αμέσως πάνω από 100 νέους. Αφού ήλθε λοιπόν ο Χοστέβας στα χωριά αυτά παρέλαβε όσους βρήκε πρόχειρα οπλισμένους, καθώς και μερικούς άλλους από Μελίκη και Νεόκαστρο, και έτσι συσσωμάτωσε γύρω του σώμα 120 περίπου ένοπλων ανδρών, με τους οποίους ήρθε το απόγευμα στη Σφήνιτσα όπου διανυκτέρευσαν. Από εκεί πλησίασε προς το Κολινδρό και μου απέστειλε δύο άνδρες του, που έφθασαν νύκτα (δύο ώρες περίπου μετά τη δύση του ηλίου) στον Κολινδρό, για να λάβουν τροφές και να μου εγχειρίσουν επιστολή του Χοστέβα. Η 18η Φεβρουαρίου ήταν ημέρα Σαββάτου, παραμονή της Κυριακής της απόκρεω. […]. Αμέσως επαναστάτησε η Πιερία, χάρη στις πρωτοβουλίες του επισκόπου Κίτρους Νικολάου, του αρχηγέτη των Βλάχων του Βερμίου Παύλου Πατραλέξη και των ληστανταρτών του Βαγγέλη Χοστέβα και Παναγιώτη Καλόγηρου. Στην επανάσταση έλαβαν μέρος ο αρχιληστής Καραμπατάκης και ο λήσταρχος Νίκος Νάστος ή Ρεντινιώτης. Στα απομνημονεύματά του ο Επίσκοπος Νικόλαος γράφει: Ο Χοστέβας αφ’ ού […] καταδίωξε τους Κιρκάσιους από τα γύρω και ανάγκασε του Γκέγκηδες να υποχωρήσουν στη Λιμπάνοβα μετά δίωρο μάχη και αφού κατέστρεψε το σύρμα του τηλεγράφου προς το δρόμο για το Ελευθεροχώρι […] διηυθύνθη προς ημάς, εις Κολινδρόν, όπου εισήλθε μετά των περί αυτών περί λύχνων αφάς (της 20 Φεβρουαρίου)[ημέρα Δευτέρα]. […] Άμα δε εισελθόντες οι περί τον Χοστέβαν εις Κολινδρόν διηυθύνθυσαν προς τον αστυνομικόν σταθμόν αν και ευκόλως κατέλαβον, […] Αφ’ ού δε ούτω δεν έμεινε Τούρκος εν Κολινδρώ, οι του Χοστέβα απήλθον εις τα ητοιμασμένα αυτοίς καταλύμματα.[…]».
[…] Την ημέρα εκείνη (18/2) ο Χοστέβας με αρκετούς οπαδούς του, αφού συνεννοήθηκε με τον Παύλο Πατραλέξη, έσπευσε προς τα Παλατίτσια, για να παραλάβει αυτούς που ήξερε ότι ήταν έτοιμοι, χωρικοί και βλαχοποιμένες οπλισμένοι με παλιά όπλα. […] Ο Χοστέβας μόλις έλαβε την είδηση, ότι αναμενόταν ο προσδιορισμός της ημέρας κήρυξης της επανάστασης, μετέβη στα Παλατίτσια όπου προσκάλεσε τους πρόκριτους του χωριού αυτού αλλά και των γύρω χωριών και τους ζήτησε να του δώσουν όσους νέους μπορούσαν να φέρουν όπλα. Αυτοί με πολύ χαρά έδωσαν αμέσως πάνω από 100 νέους. Αφού ήλθε λοιπόν ο Χοστέβας στα χωριά αυτά παρέλαβε όσους βρήκε πρόχειρα οπλισμένους, καθώς και μερικούς άλλους από Μελίκη και Νεόκαστρο, και έτσι συσσωμάτωσε γύρω του σώμα 120 περίπου ένοπλων ανδρών, με τους οποίους ήρθε το απόγευμα στη Σφήνιτσα όπου διανυκτέρευσαν. Από εκεί πλησίασε προς το Κολινδρό και μου απέστειλε δύο άνδρες του, που έφθασαν νύκτα (δύο ώρες περίπου μετά τη δύση του ηλίου) στον Κολινδρό, για να λάβουν τροφές και να μου εγχειρίσουν επιστολή του Χοστέβα. Η 18η Φεβρουαρίου ήταν ημέρα Σαββάτου, παραμονή της Κυριακής της απόκρεω. […]. Αμέσως επαναστάτησε η Πιερία, χάρη στις πρωτοβουλίες του επισκόπου Κίτρους Νικολάου, του αρχηγέτη των Βλάχων του Βερμίου Παύλου Πατραλέξη και των ληστανταρτών του Βαγγέλη Χοστέβα και Παναγιώτη Καλόγηρου. Στην επανάσταση έλαβαν μέρος ο αρχιληστής Καραμπατάκης και ο λήσταρχος Νίκος Νάστος ή Ρεντινιώτης. Στα απομνημονεύματά του ο Επίσκοπος Νικόλαος γράφει: Ο Χοστέβας αφ’ ού […] καταδίωξε τους Κιρκάσιους από τα γύρω και ανάγκασε του Γκέγκηδες να υποχωρήσουν στη Λιμπάνοβα μετά δίωρο μάχη και αφού κατέστρεψε το σύρμα του τηλεγράφου προς το δρόμο για το Ελευθεροχώρι […] διηυθύνθη προς ημάς, εις Κολινδρόν, όπου εισήλθε μετά των περί αυτών περί λύχνων αφάς (της 20 Φεβρουαρίου)[ημέρα Δευτέρα]. […] Άμα δε εισελθόντες οι περί τον Χοστέβαν εις Κολινδρόν διηυθύνθυσαν προς τον αστυνομικόν σταθμόν αν και ευκόλως κατέλαβον, […] Αφ’ ού δε ούτω δεν έμεινε Τούρκος εν Κολινδρώ, οι του Χοστέβα απήλθον εις τα ητοιμασμένα αυτοίς καταλύμματα.[…]».
MEΡOΣ Γ ‘
Στο λιμανάκι του Ελευθεροχωρίου έγινε εκφόρτωση οπλισμού (παλιάς τεχνολογίας – εμπροσθογεμή), ο οποίος παραλήφθηκε από τον Παναγιώτη Βέρο και τον Παύλο Μπαδραλέξη και μοιράστηκε στον πληθυσμό των γύρω χωριών. Την αυτήν ημέραν (21) […] αντίγραφα εγκυκλίου […] υπογεγραμένα από μένα και σφραγισμένα στέλναμε σε όλα τα χωριά της περιοχής μας, […] αλλά και στα γύρω χωριά μέχρι τον Αλιάκμονα και σε μερικά πέρα απ’ αυτόν, […] με την εγκύκλιο αυτή προτρέπαμε τους χωρικούς να παραλάβουν τα έπιπλά τους και το ψωμί τους (όσον δηλαδή σίτον ή αραβόσιτον έκαστος είχεν υπολειπόμενον εκ του ετησίου του) και να έλθουν με τα γυναικόπαιδα στον Κολινδρό μαζί με τα όπλα που ο καθένας είχε, αφήνοντας τα χωριά τους κενά […] Στις 23/2 ελήφθη πρόνοια προς φύλαξιν των πόρων του Αλυάκμονος […] όστις τότε επλημμύρει ένεκα της ώρας του έτους και ήτο αδιάβατος και εις πεζούς και εις ιππείς. Εκ τριών δε μόνον σημείων, πόρων καλουμένων, ηδύναντο να διαβώσιν εις το τμήμα μας ιππείς, ων ο ένας πόρος κοντά στην Κόκοβα, ο άλλος πλησίον της Μελίκης και ο τρίτος παρά το Γριζαλί και Νεσέλι. Οι κάτοικοι έδωσαν φωτιά στο κονάκι του Γιαγιά μπέη από το χωριό Μελίκη, ο οποίος ήταν Αλβανός στην καταγωγή και ο πιο τρομερός εχθρός των χριστιανών εκείνης της περιφέρειας. Τα κοπάδια του, από δύο χιλιάδες πρόβατα, τα πήραν και τα χρησιμοποιούσαν για τη διατροφή των οπλιτών των επαναστατών, οι οποίοι αυξάνονταν κάθε μέρα. Το ένα μετά το άλλο και σε λίγο διάστημα τα κονάκια των Τούρκων μπέηδων έγιναν στάχτη για εκδίκηση για όσα υπέφεραν από αυτούς ολόκληρους αιώνες. Ο Επίσκοπος Νικόλαος έγραψε: μας ήλθε η χαρμόσυνη είδηση ότι ο Ελληνικός Στρατός διέβη την οριοθετική γραμμή και εισήλθε σε Θεσσαλία και Ήπειρο. […] μετά πέντε μόλις ημέρας έφθασε η άλλη είδηση ότι ο ελληνικός στρατός άφησε την Θεσσαλία και Ήπειρο, επέστρεψε πίσω στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας τους επαναστάτες στην τύχη τους!!! Ήλθον άπαντες σχεδόν οι κάτοικοι μετά των γυναικοπαίδων εκ των χωρίων Ελευθεροχωρίου, Καστανιάς, Ραδαίνης, Βουλτίστης, Νεοκάστρου, Μελίκης, […] και απάντων των καλυβίων των πέριξ […] οι Βλάχοι [...] τα δε λοιπά χωριά εξησφαλίζοντο αλλαχού.[…] Ούτω των τριών τσιφλικίων του εν Θεσσαλονίκη Α. Παπαγεωργίου Παλατίτσα, Μπάρμπες και Κούτλαις οι κάτοικοι είχον οχυρωθεί εις Παλατίτσια, […] Μόλις έγινε γνωστό στη Βέροια ότι άρχισε η επανάσταση […], ο Καϊμακάμης και το μελζίσι (συμβούλιο) έγραψαν προς τον Νούσια στα Παλατίτσια και στον Γιάννο Καραγκιόζη στη Μελίκη, προσκαλώντας τους στη Βέροια, να δώσουν πληροφορίες δήθεν περί των διατρεχόντων, αλλά η αλήθεια ήταν [πως τους καλούσαν] για να τους συλλάβουν. Και οι δυό τους δεν υπάκουσαν ούτε απάντησαν […]. Ζούσε τότε στη Βέροια ο […] φανατικώτατος Γιαχγιά Βέης, ο οποίος με ζήλο επιχείρησε να περισυνάξει από τους διεσπαρμένους στα τσιφλίκια της επαρχίας Βεροίας Αλβανούς, επιστάτες και φύλακες των τσιφλικιών όσους μπορέσει και να σχηματίσει υπό την αρχηγία [του] ένα σώμα, που να έλθει εναντίον μας. Και κατόρθωσε μεν πράγματι να σχηματίσει σώμα από 300 περίπου,[…] Tην 24ην Φεβρουαρίου, […] , ο Γιούζμπασης Βερροίας μετά 20 περίπου χωροφυλάκων ήλθε εις το παρά τας όχθας του Αλιάκμονος χωρίον Γκριζάλι, ιδιοκτησίαν βέη τινός, όστις προ έτους ήτο καϊμακάμης εις Άγιον Όρος και εκεί προσεκάλεσεν πλην του βέη τούτου, τον ιδιοκτήτη του παρά τον Αλιάκμονα ετέρου χωρίου Μυλοβού Μαξούτ – αγάν και άλλους τινάς, συσκεφθέντες δε περί του πρακτέου, απεφάσισαν και έστειλαν δύο επιστολάς, μίαν προς ημάς και άλλην μίαν προς τους προκρίτους του Κολλυνδρού.
Στο λιμανάκι του Ελευθεροχωρίου έγινε εκφόρτωση οπλισμού (παλιάς τεχνολογίας – εμπροσθογεμή), ο οποίος παραλήφθηκε από τον Παναγιώτη Βέρο και τον Παύλο Μπαδραλέξη και μοιράστηκε στον πληθυσμό των γύρω χωριών. Την αυτήν ημέραν (21) […] αντίγραφα εγκυκλίου […] υπογεγραμένα από μένα και σφραγισμένα στέλναμε σε όλα τα χωριά της περιοχής μας, […] αλλά και στα γύρω χωριά μέχρι τον Αλιάκμονα και σε μερικά πέρα απ’ αυτόν, […] με την εγκύκλιο αυτή προτρέπαμε τους χωρικούς να παραλάβουν τα έπιπλά τους και το ψωμί τους (όσον δηλαδή σίτον ή αραβόσιτον έκαστος είχεν υπολειπόμενον εκ του ετησίου του) και να έλθουν με τα γυναικόπαιδα στον Κολινδρό μαζί με τα όπλα που ο καθένας είχε, αφήνοντας τα χωριά τους κενά […] Στις 23/2 ελήφθη πρόνοια προς φύλαξιν των πόρων του Αλυάκμονος […] όστις τότε επλημμύρει ένεκα της ώρας του έτους και ήτο αδιάβατος και εις πεζούς και εις ιππείς. Εκ τριών δε μόνον σημείων, πόρων καλουμένων, ηδύναντο να διαβώσιν εις το τμήμα μας ιππείς, ων ο ένας πόρος κοντά στην Κόκοβα, ο άλλος πλησίον της Μελίκης και ο τρίτος παρά το Γριζαλί και Νεσέλι. Οι κάτοικοι έδωσαν φωτιά στο κονάκι του Γιαγιά μπέη από το χωριό Μελίκη, ο οποίος ήταν Αλβανός στην καταγωγή και ο πιο τρομερός εχθρός των χριστιανών εκείνης της περιφέρειας. Τα κοπάδια του, από δύο χιλιάδες πρόβατα, τα πήραν και τα χρησιμοποιούσαν για τη διατροφή των οπλιτών των επαναστατών, οι οποίοι αυξάνονταν κάθε μέρα. Το ένα μετά το άλλο και σε λίγο διάστημα τα κονάκια των Τούρκων μπέηδων έγιναν στάχτη για εκδίκηση για όσα υπέφεραν από αυτούς ολόκληρους αιώνες. Ο Επίσκοπος Νικόλαος έγραψε: μας ήλθε η χαρμόσυνη είδηση ότι ο Ελληνικός Στρατός διέβη την οριοθετική γραμμή και εισήλθε σε Θεσσαλία και Ήπειρο. […] μετά πέντε μόλις ημέρας έφθασε η άλλη είδηση ότι ο ελληνικός στρατός άφησε την Θεσσαλία και Ήπειρο, επέστρεψε πίσω στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας τους επαναστάτες στην τύχη τους!!! Ήλθον άπαντες σχεδόν οι κάτοικοι μετά των γυναικοπαίδων εκ των χωρίων Ελευθεροχωρίου, Καστανιάς, Ραδαίνης, Βουλτίστης, Νεοκάστρου, Μελίκης, […] και απάντων των καλυβίων των πέριξ […] οι Βλάχοι [...] τα δε λοιπά χωριά εξησφαλίζοντο αλλαχού.[…] Ούτω των τριών τσιφλικίων του εν Θεσσαλονίκη Α. Παπαγεωργίου Παλατίτσα, Μπάρμπες και Κούτλαις οι κάτοικοι είχον οχυρωθεί εις Παλατίτσια, […] Μόλις έγινε γνωστό στη Βέροια ότι άρχισε η επανάσταση […], ο Καϊμακάμης και το μελζίσι (συμβούλιο) έγραψαν προς τον Νούσια στα Παλατίτσια και στον Γιάννο Καραγκιόζη στη Μελίκη, προσκαλώντας τους στη Βέροια, να δώσουν πληροφορίες δήθεν περί των διατρεχόντων, αλλά η αλήθεια ήταν [πως τους καλούσαν] για να τους συλλάβουν. Και οι δυό τους δεν υπάκουσαν ούτε απάντησαν […]. Ζούσε τότε στη Βέροια ο […] φανατικώτατος Γιαχγιά Βέης, ο οποίος με ζήλο επιχείρησε να περισυνάξει από τους διεσπαρμένους στα τσιφλίκια της επαρχίας Βεροίας Αλβανούς, επιστάτες και φύλακες των τσιφλικιών όσους μπορέσει και να σχηματίσει υπό την αρχηγία [του] ένα σώμα, που να έλθει εναντίον μας. Και κατόρθωσε μεν πράγματι να σχηματίσει σώμα από 300 περίπου,[…] Tην 24ην Φεβρουαρίου, […] , ο Γιούζμπασης Βερροίας μετά 20 περίπου χωροφυλάκων ήλθε εις το παρά τας όχθας του Αλιάκμονος χωρίον Γκριζάλι, ιδιοκτησίαν βέη τινός, όστις προ έτους ήτο καϊμακάμης εις Άγιον Όρος και εκεί προσεκάλεσεν πλην του βέη τούτου, τον ιδιοκτήτη του παρά τον Αλιάκμονα ετέρου χωρίου Μυλοβού Μαξούτ – αγάν και άλλους τινάς, συσκεφθέντες δε περί του πρακτέου, απεφάσισαν και έστειλαν δύο επιστολάς, μίαν προς ημάς και άλλην μίαν προς τους προκρίτους του Κολλυνδρού.
Την 25 Φεβρουαρίου ελάβομεν επιστολήν εκ Θεσσαλονίκης, δι’ ής ειδοποιούμεθα, ότι επρόκειτο […] η αναχώρησις 2.000 Τουρκικού στρατού μετά τηλεβόλων δια θαλάσσης και ετέρων 2.000 δια ξηράς, όπως προσβάλωσιν ημάς εκ δύο σημείων συγχρόνως και προτρεπόμεθα να αναμετρήσωμεν καλώς τα δυνάμεις ημών και το οχυρόν της θέσεως ίνα αποφασίσωμεν αναλόγως. Συσκεψάμενος λοιπόν εύρομεν εύλογον να φύγωμεν εκ Κολινδρού, αφού η θέσις αυτού αλούται ευχερώς δια τηλεβόλων, όπως μη αναγκασθώμεν να πράξωμεν αυτό μετά την προσβολήν των Τούρκων. Αμέσως λοιπόν συγκαλέσαντες τους εγκρίτους των κατοίκων επροτείναμεν την γνώμην ημών, μεθ’ ό απεφασίσθη την επαύριον όρθρου βαθέος να φύγωμεν άπαντες μετά των γυναικοπαίδων και καταλάβωμεν την οχυράν θέσιν των Αγίων Πάντων απέχουσαν 2 ½ ώρας περίπου του Κολλυνδρού.
Την νύκτα της 25 προς 26η Φεβρουαρίου ο Βαγγέλης Χοστέβας παραλαβών περί τους 80 οπλίτας και πάντα τα προς εμπρησμόν αναγκαία απήλθεν εις Λιμπάνοβαν, όπως επιτεθή κατά των εκεί Τούρκων, αλλά κατά το μεσονύκτιον επανήλθεν άπρακτος. Είχον φθάσει εκεί πρό τινων ωρών τα δια ξηράς σταλέντα Τουρκικά στρατεύματα ανερχόμενα εις 2.000. Τούτο δε μαθών παρά των έξω του χωρίου ευρεθέντων ποιμένων, δεν έκρινεν καλόν να ριψοκινδυνεύση και επέστρεψεν.
[…] την πρωίαν της 26 Φεβρουαρίου όρθρου βαθέος, αφού εξήλθομεν του χωρίου εις απόστασιν ¼ της ώρας ίνα πάντες συναχθώσιν […].
Εν τω μεταξύ ο τουρκικός στρατός υπό τον Ασάφ πασά μπήκε θριαμβευτικά στον Κολινδρό στις 27 Φεβρουαρίου 1878, κι όσοι κάτοικοι δεν ακολούθησαν τον επίσκοπο στην έξοδο των γυναικόπαιδων, προσκύνησαν.
Εκ Κολλυνδρού αναχωρήσαντες, μιας δε και ημίσειας ώραν δρόμον από πρωίας μέχρι μεσημβρίας και επέκεινα διανύσαντες ένεκα των γυκαικοπαίδων κατεσκηνώσαμεν εις θέσιν τινα εντός του δάσους, του μεταξύ Κολλυνδρού και Αγίων Πάντων, καλουμένην Γαλακτόν. Εκεί αναφθεισών πυρών πολλών και διαιρεθέντων των γυναικοπαίδων και λοιπών κατά μικράς συστάσεις, πρώτον μεν κατεμετρήθησαν και ευρέθησαν άπαντες οπλίται και άοπλοι γυναίκες, άνδρες και παιδιά το όλον υπέρ τας δύο χιλιάδας, είτα δε διενεμήθησαν τα τρόφιμα. Η κατάσταση των γυναικόπαιδων που είχαν κατασκηνώσει γύρω από το μοναστήρι ήταν αθλιώτατη. Ζούσαν κάτω από πρόχειρες καλύβες, που δεν μπορούσαν να τους προστατεύσουν από το χιόνι και το δριμμύτατο ψύχος σε υψόμετρο πάνω από 600 μέτρα και με συνθήκες αξιοθρήνητες. «… εβράζαμε το καλαμπούκι κι ετρώγαμε δεκαπέντε ημέρες …», σημειώνει ο Οικονόμος Παπαμανώλης, πού άκων ακολούθησε τα γυναικόπαιδα.
MEΡOΣ Ε ‘
Φλεβάρης δεν κουσούργιασε και Μάρτης δεν εμπήκε,
κι όλ’ η Βλαχιά συνάζεται, να φέρει το Ρωμέϊκο.
Στων Άγιων Πάντων, βγήκανε ψηλά στο Καραούλι,
και τον Δεσπότη λέγανε και τον Δεσπότη λένε:
Δεσπότη μ’ δος μας δύναμη, δός μας την ευλογία,
τους Τούρκους να βαρέσουμε, τα άγρια θηρία.
Στις 28.2.1878 ο Κ. Δουμπιώτης κάλεσε τον επίσκοπο Νικόλαο να έρθει με ομάδα οπλιτών του στη Ριάντιανη [Ρυάκια Πιερίας], προκειμένου να χτυπήσουν μαζί τους Κιρκάσιους της Τόχοβας. Ο επίσκοπος πήγε με δύναμη 70 ανδρών υπό τους οπλαρχηγούς Βαγγέλη Χοστέβα και Ηλία Ζαρκάδα να λάβει μέρος στην επιχείρηση, αλλά το πολεμικό συμβούλιο, που έγινε τη νύχτα της ίδιας μέρας, αποφάσισε να αναβάλει την επίθεση, γιατί θεώρησε, ότι ήταν ανεπαρκείς οι δυνάμεις που διέθεταν. Κατόπιν τούτου ο επίσκοπος με το σώμα που είχε και με ομάδα 80 περίπου εθελοντών, που του παραχώρησε ο αρχηγός υπό τον ανθυπολοχαγό Μιχάλη Τζίμα, γύρισε στο μοναστήρι των Αγίων Πάντων. Το μονύδριον των Αγίων Πάντων είναι μικρόν και εγκαταλελειμμένον εντός προαυλίου καλώς τειχισμένου, εντός του οποίου υπάρχουσι περί τα 20 κατερειπωμένα δωμάτια και σταύλοι. Εντός λοιπόν της μονής και πέριξ αυτής κατεσκήνωσαν πάντες κατασκευάσαντες καλύβας. Η θέσις είναι υψηλωτάτη, περικλείεται δε υπό υψηλοτέρων αβάτων βράχων, ώστε είναι οχυρωτάτη, έχει δε μόνον δύο εισόδους σχηματιζομένας υπό του λάκκου και μικρού ποταμίσκου, την μεν βορειοδυτικώς προς Γαλακτόν, την δε προς Νότον. […]». Στους Άγιους Πάντες οι επαναστάτες οχυρώνονταν για την άμυνά τους, όπου συγκεντρώθηκε ένα μεγάλο μέρος από βλάχικες οικογένειες. Όμως οι χριστιανικοί πληθυσμοί των περιοχών της Βέροιας, Νάουσας, Έδεσσας και Γιαννιτσών δεν ξεσηκώθηκαν, επειδή δεν έφθασε ο ελληνικός στρατός, (όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο).
Εκεί η διαρκής φροντίδα του ήταν πώς θα εξασφάλιζε αποτελεσματικότερα την υπεράσπιση του «ασύλου τόσων αθώων πλασμάτων κατά πάσης εχθρικής προσβολής» και τη διατροφή και συντήρησή τους. Οι δυνάμεις που διέθετε ο επίσκοπος Νικόλαος για να υπερασπισθούν την μονή των Αγίων Πάντων δεν ξεπερνούσαν τους 350 άνδρες (μαζί με το τμήμα των 80 περίπου εθελοντών του ανθυπολοχαγού Μιχ. Τζίμα). Κυριώτεροι οπλαρχηγοί ήταν ο Βαγγέλης Χοστέβας, ο Αθανάσιος Οικονόμου Κουκοράβας, ο Κωνσταντίνος Κυρκόπουλος. Πολύτιμες υπηρεσίες του προσέφεραν και οι: Παύλος και Πέτρος Πατραλέξης, Μπούσιος Παπαδημητρίου, Δημήτριος (ή Δήμος
MEΡOΣ ΣΤ ‘
Οι εθελοντές […] του σώματος του επαναστάτη επισκόπου Νικολάου Λούση προέρχονταν από διάφορα μέρη της επαρχίας Κίτρους, του καζά Βεροίας και άλλες γύρω περιοχές της Μακεδονίας: από τον Κολινδρό 33, τη Νάουσα 6, τα Παλατίτσια 8, τη Μελίκη 12, τον Πρόδρομο 4, τη Γκριτζάλη 5, το Καταφύγι 3, τη Σπουρλίτα 11, τη Βέροια 25, την Κατερίνη 6, τη Δράνιστα 18, την Ριάντιανη 3, το Νεοχώρι 1,, και την Κορυτσά της Β. Ηπείρου 27 (πιθανώς υλοτόμοι). Από τους πίνακες ονομάτων αγωνιστών – προσφύγων [που δημοσίευσε ο Ευ. Κωφός] αντλούμε πολύτιμα στοιχεία για 34 Ρουμλουκιώτες αντάρτες οπλίτες [και ακόλουθους] που συμμετείχαν στο σώμα Νικολάου.
10. Νικόλαος Γεωργίου , Πλατύ / 16. Κωνστ. Αθανασίου, Παλατίτσια / 37. Αθαν. Στεφανόπουλος, Παλατίτσια / 52. Δημ. Στεφανόπουλος, Παλατίτσια / 54. Στέργιος Δημητρίου, Παλατίτσια / 55. μανώλης Νικολάου, Παλατίτσια / 56. Ντόνα Τριαντάφυλλος, Παλατίτσια / 57. Κώστας Ιωάννου, Παλατίτσια / 71. Σταμάτη Μπαρούτι, Γιδά / 86. Κώστα Δημήτρη, Λιμπάνοβα / 87. Μιχ. Αναστάση, Λιμπάνοβα / 104. Αθαν. Γεράκης, Γεράκι / 107. Κωνσταν. Στανόπουλος, Μπά[ρ]μπεσι / 112. Ιωάν. Καραγκιώζης, ετών 60, Μελίκη / 116. Κωνσταντ. Καραγκιώζης, Μελίκη / 117. Αθαν. Αποστόλης, Πρόδρομος / 118. Πρόδρομος Καραγκιώζης, Μελίκη / 120. Ευθ. Γεωργιάδης, Κορυφή / 121. Αποστόλης Μελτζανόπουλος, Μελίκη / 124. Γρηγόρ. Δημητρίου, Μελίκη / 130. Αθαν. Μιχάλης, Μελίκη / 131. Γεώργιος Γραμμένος, Μελίκη / 132. Ιωάν. Αθανασίου, Μελίκη / 133. Διονύσιος Νικολάου, Λιμπάνοβα / 139. Βασιλ. Παναγιώτου, Σφήνιτσα / 140. Δημ. Αθανασίου, Κριτζάλη / 141. Θεοχ. Δημητρίου, Κριτζάλη / 142. Νικόλαος Θεοδωράκη, Κριτζάλη / 143. Παναγ. Ντόνα, Κριτζάλη / 147. Μαργαρίτης Αθανασίου, Πρόδρομος / 148. Γιώργιος Πολύζου, Κριτζάλη / 149. Παναγιώτης Γιωργίου, Πρόδρομος / 150. Ιωάννης Πέτρου, Πρόδρομος / 168. Γεώργιος, Νεοχώρι.
MEΡOΣ Ζ ‘
Μετά από αυτά, σύμφωνα με ύστερες πληροφορίες του Κ. Βατικιώτη, το κύριο σώμα των επαναστατών δηλαδή εξακόσιοι επαναστάτες, ενισχυμένοι και από τους άνδρες του Μ. Τζήμα, έχοντας ορμητήριο το χωριό Παλατίτσια, προχώρησε σε μερικές σημαντικές επιθετικές ενέργειες εναντίον θέσεων που κατείχαν οι άτακτοι Τουρκαλβανοί.
Ο οπλαρχηγός Β. Χοστέβας και ο ανθυπολοχαγός Μ. Τζίμας διενήργησαν επιτυχείς επιθέσεις «[…] (2)- Μαρτίου. Αναχωρήσαμε από Άγιους Πάντες όπου έμεναν 5-7.000 γυναικόπαιδα στα Παλατίτσια, όταν μάθαμε ότι 150 Τούρκοι προσπαθούσαν να διαβούν τον Αλιάκμονα στο μέρος που είχε καταστραφεί η σχεδία από την οποία διέβαιναν τον ποταμό, αμέσως προσέτρεξε όλο το σώμα ανερχόμενο σε διακόσιους, αλλά τίποτε δεν κατόρθωσαν και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν, διότι ήταν αδύνατο να περάσουν απέναντι. Ύστερα κατευθυνθήκαμε προς το τουρκικό χωριό Γιράκι, από όπου, αφού το πυροβολήσαμε, παραλάβαμε τα βόδια και τα βουβάλια. (3) - Από τα Παλατίτσια στη μονή Αγίου Αθανασίου (Σφήνιτσα). [...].
Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Γιώτη Ναούμ, που δημοσίευσε ο Γ. Χιονίδης, στις 3 Μαρτίου 1878 υπογράφηκε η ειρήνη μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας και σύμφωνα με την συνθήκη αυτή η Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Ήπειρος έμεναν στην Τουρκία. Και επειδή οι περιοχές αυτές είχαν επαναστατήσει, έπρεπε ο σουλτάνος να στείλει ένα σώμα στρατού για να ειρηνεύσει τον τόπο. Η Αγγλία, η οποία είχε εμποδίσει την προέλαση του ελληνικού στρατού, επενέβηκε στις τουρκικές αρχές και ζήτησε ο στρατός, που θα πήγαινε εκεί, να κρατά λευκή σημαία, της ειρήνης.
Μετά από αυτά, σύμφωνα με ύστερες πληροφορίες του Κ. Βατικιώτη, το κύριο σώμα των επαναστατών δηλαδή εξακόσιοι επαναστάτες, ενισχυμένοι και από τους άνδρες του Μ. Τζήμα, έχοντας ορμητήριο το χωριό Παλατίτσια, προχώρησε σε μερικές σημαντικές επιθετικές ενέργειες εναντίον θέσεων που κατείχαν οι άτακτοι Τουρκαλβανοί.
Ο οπλαρχηγός Β. Χοστέβας και ο ανθυπολοχαγός Μ. Τζίμας διενήργησαν επιτυχείς επιθέσεις «[…] (2)- Μαρτίου. Αναχωρήσαμε από Άγιους Πάντες όπου έμεναν 5-7.000 γυναικόπαιδα στα Παλατίτσια, όταν μάθαμε ότι 150 Τούρκοι προσπαθούσαν να διαβούν τον Αλιάκμονα στο μέρος που είχε καταστραφεί η σχεδία από την οποία διέβαιναν τον ποταμό, αμέσως προσέτρεξε όλο το σώμα ανερχόμενο σε διακόσιους, αλλά τίποτε δεν κατόρθωσαν και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν, διότι ήταν αδύνατο να περάσουν απέναντι. Ύστερα κατευθυνθήκαμε προς το τουρκικό χωριό Γιράκι, από όπου, αφού το πυροβολήσαμε, παραλάβαμε τα βόδια και τα βουβάλια. (3) - Από τα Παλατίτσια στη μονή Αγίου Αθανασίου (Σφήνιτσα). [...].
Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Γιώτη Ναούμ, που δημοσίευσε ο Γ. Χιονίδης, στις 3 Μαρτίου 1878 υπογράφηκε η ειρήνη μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας και σύμφωνα με την συνθήκη αυτή η Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Ήπειρος έμεναν στην Τουρκία. Και επειδή οι περιοχές αυτές είχαν επαναστατήσει, έπρεπε ο σουλτάνος να στείλει ένα σώμα στρατού για να ειρηνεύσει τον τόπο. Η Αγγλία, η οποία είχε εμποδίσει την προέλαση του ελληνικού στρατού, επενέβηκε στις τουρκικές αρχές και ζήτησε ο στρατός, που θα πήγαινε εκεί, να κρατά λευκή σημαία, της ειρήνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου