Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ : Το βιβλίο του Νίκου Αλεξ.Νικολόπουλου.


Είμαστε στην ευχάριστη θέση να προδημοσιεύσουμε  αποσμάσματα  απο το βιβλίο του συγχωριανού μας και φίλου Νίκου Αλεξ.Νικολόπουλου "ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ  ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ", με πολλά αυτοβιογραφικά, ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία για την Καστανιά Πιερίας.Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες και το περιμένουμε με μεγάλη αγωνία. Καλή επιτυχία Νίκο καλοτάξιδο το βιβλίο σου !!!!   Χαρισόπουλος Χρήστος.  
Στην φωτογραφία του εξωφύλλου εικονίζονται από αριστερά προς δεξιά οι:
Αγγελική Νικολοπούλου, Άννα Καρανάτσιου &
Ευγενία Χαρισοπούλου ( Έτος 1951).



~Καστανιά Πιερίας~


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ  ……………………………………………………………............    9

Η ΜΑΡΙΑ ΣΙΟΥΜΗ  γράφει     ………………………………………………...   10

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗΣ  προλογίζει     ………………………………..    12

ΠΡΟΛΟΓΟΣ     …………………………………………………………………….  14

Η ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΠΙΕΡΙΑΣ (γράφει ο Χρήστος Πρασκίδης)  ………………   17

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΑΝΙΑ  ……………………………  21

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ  ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ   ………………..       35

Η ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ    …………………………………….  38

ΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΒΑΝΙΤΟΒΛΑΧΩΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΙΕΡΙΑ…..  45

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ …………………………………….  47

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ Φ.Ε.Κ    ………………….   53

Η ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΑ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ   …………………….  55

ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΜΟΥ (γράφει η Μαρία Μακρή)    …………………………... 61

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤOΝ «ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ» 

 

ΜΙΑ ΑΠΟΦΡΑΔΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ  …………………………      79

ΟΥ ΛΥΚΟΥΣ  …………………………………………………………………..      87

ΤΟ ΜΗΛΟ   ……………………………………………………………………..      91

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΛΟΥΣΙΟΙ!      ………………………………………….     95

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ   ……………………………    97 

Ο ΠΑΠΠΑ ΚΩΣΤΑΣ   …………………………………………………………..  100 

ΤΟ ΙΣΟΝ    ………………………………………………………………………..  103

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΒΕΡΕΣΤ   …………………………………………….  105

     ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΠΡΟΣ ΤΗ «ΣΥΚΙΑ»    ………………………………..........  110                     

ΤΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ    ………………………………..   113

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ   …………………………………………………………………   115

Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ    …………………………………………………………….   120

Ο ΠΑΠΠΟΥ ΝΙΚΟΛΑΣ, Ο ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΣΙΟΥΤΣΙΟΥΛΙΑΝΑΙΟΙ  124

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΤΙΝΕΑ    …………………………………………..   132

ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ    ……………………………………………………………….    133

Ο ΓΚΟΓΚΟΣ   …………………………………………………………………...    136

ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΕΙΑ Η ΖΩΗ    ……………………………………………………    137

ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΕΤΟΠΟΥΛΑ    ………………………………………………….    138

ΘΥΜΑΜΑΙ     …………………………………………………………………...    142

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ «ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ»

 

ΜΠΙΑΛΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ (Ο ΠΑΠΠΟΥΣ)    …………………………………..    150

ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ  …………… ………………………..    151

Ο ΜΠΑΤΟΛΙΑΣ ΠΑΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΤΣΑ    ………………………………     154 

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΡΙΝ ΤΟ 1940    ………………………………………………….     158

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΤΟ 1942   ……………    161

 ΕΜΦΥΛΙΟΣ    ………………………………………………………………….    163

ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΥΧΗ ΔΙΑΒΑΙΝΕ    ……………………………………………….    165

ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΑΙΟΙ    ………………………………………………………..    168

Η «ΚΑΘΟΔΟΣ» ΤΩΝ ΣΠΥΡΑΙΩΝ    ………………………………………..    172

ΤΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ   …………………………………………..     174

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ     ……………………………………………………………….    178

Η ΜΠΟΣΤΙΑΝΙΤΙΣΑ ………………………………..………………………       179

Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΔΕΝΤΡΟΥ   ……………………………………………………    182

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤOΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ»

 

ΕΙΣΑΙ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ ΜΑΝΑ ΜΟΥ! (της Μαρίας Μακρή)……………     184

ΟΙ  ΓΚΑΡΜΙΣΙΩΤΕΣ     ……………………………………………………….      186

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΡΟΝΙΟΥΣ    …………………………………….      192

ΚΑΙ ΑΛΛΗ ΦΟΡΑ ΠΛΗΡΩΝΩ ΕΓΩ    ……………………………………..     197

Ο ΜΗΤΣΙΟΣ Ο «ΜΑΛΤΑΣ»       ……………………………………………...    202  

ΕΪ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ, ΠΙΑΣΕ ΜΙΑ ΚΑΣΑ ΜΠΥΡΕΣ!!!   …………………………    211

Ο ΠΕΤΡΟΣ   ……………………………………………………………………...   214

Η ΛΥΚΑΙΝΑ   ……………………………………………………………………  215

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ    …………………………………………………………   224

Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΧΡΗΣΤΟΣ    …………………………………………………..    225

ΤΑ ΓΚΖΙΟΥΠΙΑ (ΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ)    ……………………………………..    226

Ο ΧΑΖΟΣ ΠΟΥ ΤΑ ΕΙΧΕ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΑ   ………………………………….    234

ΜΠΙΑΛΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ (Ο ΕΓΓΟΝΟΣ)    …………………………………….    238

ΟΙ ΔΥΟ ΑΔΕΡΦΟΙ   ……………………………………………………………    239

Ο ΠΡΟΞΕΝΗΤΗΣ   …………………………………………………………….    245 

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΑΤΣΙΟΥΛΑΣ   ……………………………………………..    250

ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ!  ΗΡΘΕ  ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΜΑΣ Η ΑΝΟΙΞΗ!   ………..    252

ΑΓΡΥΠΝΕΣ ΩΡΕΣ    …………………………………………………………...     283

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΟ    ………………………………………………      284

ΓΙΑΤΙ ΒΡΕ ΒΕΝΙΖΕΛΟ;  ΓΙΑΤΙ;     …………………………………………..      287

«Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΑΣΤΑΝΟΥΠΟΛΗ»  .………………………………………      291

ΜΙΚΡΑ ΚΑΙ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΙΚΑ   ……………………………………………      296

ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ  ……………………………………     314


ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

 

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους ανθρώπους που με βοήθησαν για να ολοκληρώσω αυτό το βιβλίο, τον Γρηγόρη Μπιάλα για την βοήθειά του σε φωτογραφικό υλικό, τον Παύλο Χειμώνα για τα βιβλία που μου παραχώρησε και άντλησα πηγές της ιστορίας του χωριού,  τον εκπαιδευτικό Χρήστο Χαρισόπουλο για την συμβολή του σε ιστορικά γεγονότα, τον Βασίλη Τραούδα, Υποστράτηγο Αστυνομίας ε.α,  για τις άμεσες και πολύτιμες πληροφορίες του σε ιστορικά και πολιτιστικά θέματα που αφορούσαν στο χωριό μου, την αρχαιολόγο  Αθανασιάδου Αθηνά για την βοήθειά της σχετικά με το αρχαιολογικό έργο στην Καστανιά, τον Αιγινιώτη Πρασκίδη Χρήστο για την παρουσίαση του χωριού γενικώτερα, την φιλόλογο καθηγήτριά μου στο Γυμνάσιο Κολινδρού (85 χρονών σήμερα) Μαρία Σιούμη, η οποία διαβάζοντας το βιβλίο, μου έδωσε μεγάλη ώθηση να τελειώσω και να παρουσιάσω αυτό που ξεκίνησα, την Μαρία Μακρή, αυτόν τον ιδιαίτερα αξιόλογο άνθρωπο της Καστανιάς που αμέσως ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά μου να θυμηθεί και να περιγράψει στο βιβλίο τις μνήμες  από τα παιδικά της χρόνια και τέλος να ευχαριστήσω θερμά έναν άνθρωπο που παρ’ ότι δεν κατάγεται από το χωριό μας, ήταν συνέχεια δίπλα μου  εδώ και δύο χρόνια τουλάχιστον που ασχολούμαι με την συγγραφή αυτού του βιβλίου, τον άνθρωπο που έχει την γενική επιμέλεια παρουσίασης αυτού του βιβλίου, τον Κώστα Πανουσάκη.

 

Γράφει η   ΜΑΡΙΑ ΣΙΟΥΜΗ – ΑΣΤΕΡΙΑΔΟΥ(φιλόλογος καθηγήτριά μου στο Γυμνάσιο Κολινδρού)

Θυμάμαι την επι χρόνια φιλόλογο καθηγήτριά μου στο Γυμνάσιο Κολινδρού Μαρία Σιούμη να βαθμολογεί τις εκθέσεις μου. Τα  σχόλιά της συνήθως ήταν: πολύ φτωχή η έκθεσή σου, δεν έκανες την ανάπτυξη του κυρίως θέματος κ.λπ. Η αλήθεια είναι ότι έγραφα ένα μεγάλο και καλό πρόλογο και μετά στέρευα στο κυρίως θέμα ή βαριόμουνα και στο τέλος έκλεινα βιαστικά την έκθεση με έναν καλούτσικο επίλογο. Όταν όμως κάποια μέρα μας είπε να γράψουμε μια ιστορία από τη ζωή μας, θυμάμαι ότι εκείνη τη μέρα διάβασε την δική μου έκθεση ως την καλύτερη και μου είπε ότι έχω μεγάλη φαντασία και να συνεχίσω να γράφω ιστορίες. Εντελώς συμπτωματικά τελειώνοντας το βιβλίο μου συνάντησα στο δρόμο την φιλόλογό μου, 85 χρονών σήμερα, και της έδωσα το βιβλίο μου να το διαβάσει. Παρακάτω παραθέτω τα δικά της γραπτά σχόλια σχετικά με το βιβλίο μου.

« Αγαπητέ μου Νίκο

Το βιβλίο σου γραμμένο τόσο ωραία με πολλά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία διαβάζεται πολύ ευχάριστα,  ιδιαίτερα από ανθρώπους κάποιας ηλικίας που έζησαν χρόνια σε χωριό.                                                                              Λέξεις και φράσεις ολόκληρες θυμίζουν την παλιά γλώσσα της Μακεδονίας που μιλούσαν οι παλιότεροι χωρικοί μας και ίσως να μιλούν ακόμη, ακόμα και οι νέοι που μάθανε και σπούδασαν σωστά τη νεοελληνική.            Όσα γράφεις είναι σωστά δοσμένα όπως τα ξέρω κι εγώ που έφυγα μικρή (11 ετών) από τον Κολινδρό και τα θυμάμαι ακόμα πολύ καλά.                                                 Σε κάποια αφηγήματά σου, φαίνεται πως τα έζησες ο  ίδιος ή τα άκουγες στο περιβάλλον σου πολλά χρόνια.    Όλα όσα γράφεις πιστεύω να συγκινήσουν τους παλιότερους και να πουν πολλά και στους νεότερους για τη ζωή στο χωριό στα δύσκολα χρόνια που έζησαν.     Τα ποιήματα που παρεμβάλλεις υπέροχα, η γλώσσα σωστή.                                                                                              Είμαι σίγουρη ότι το βιβλίο σου θα στολίσει τις βιβλιοθήκες των συγχωριανών σου και όχι μόνο.                                   Συγχαρητήρια!                                                                           Καλοτάξιδο το βιβλίο σου!

                                                  Μαρία Σιούμη Αστεριάδου                                                                                             

                                                        Η  καθηγήτριά σου


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

1971. Οι γονείς μου  αποφασίζουν να φύγουν στη  Γερμανία. Τα χρόνια εκείνα πολλά παιδιά έμεναν με ένα θείο ή μια γιαγιά, όταν οι γονείς τους αναγκάζονταν να πάρουν το δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης. Τα αγόρια, κυρίως, έπρεπε να μάθουν γράμματα και αυτά συνήθως έμεναν πίσω, ενώ τα κορίτσια ακολουθούσαν τους γονείς για δύο λόγους όπως κατάλαβα εκ των υστέρων. Ο ένας ήταν για να μην «ακουστούν» και ο δεύτερος για να ετοιμάσουν προίκα και να καλοπαντρευτούν. Έφυγε λοιπόν η οικογένειά μου κι εγώ αποφασίστηκε να μείνω στη θεία μου. Μετά από ένα μήνα περίπου διαμονής στη νέα μου κατοικία, σκέφτηκα να επισκεφθώ τη γειτονιά μου, τους φίλους μου, το σπίτι μου.  Όταν έφτασα στο σπίτι μου, που πριν από λίγες μέρες ήταν γεμάτο ζωή, γεμάτο κόσμο, μου φάνηκε ξένο, άγριο, σαν ένας ξερός κορμός δέντρου χωρίς κλωνάρια, χωρίς φύλλα, χωρίς καρπούς. Βγήκα στενοχωρημένος έξω και πήγα στην πίσω πλευρά στον μπαξέ μας με τα πολλά και μεγάλα δέντρα, στα οποία ανέβαινα καθημερινά. Φυσούσε Λίβας και τα φύλλα των δέντρων μας έγερναν ελαφρώς προς το βορρά και μου φάνηκαν ότι απαξιούσαν να με κοιτάξουν και, όπως έγερναν προς το βορρά, ήταν σαν να μου εξέφραζαν το παράπονό τους που έμειναν μόνα τους. Στον μπαξέ στεναχωρήθηκα περισσότερο. Μπήκα πάλι μέσα στο σπίτι σκεπτικός και βλέποντας ένα χαρτί και ένα μολύβι επάνω στο τραπέζι  άρχισα ασυναίσθητα να γράφω:  

 

Ξερός κορμός, αδικημένος μέσα στην μπόρα

 

Πήραν τους κλώνους σου και τους καρπούς σου σε ξένη χώρα

 

Κι έναν καρπό που ο βοριάς δεν συμπαθούσε

 

Πίσω τον άφησε μονάχο και φτωχό

 

Μα έχει ένα αστέρι λαμπερό μες στην καρδιά του

 

Για να ζει  !!

Περνούν οι μέρες, φεύγουν τα χρόνια, η φύση γελάει

 

Μόνο ο κορμός έρημος κι άγριος δεν το ξεχνάει

 

Και ο καρπός που ο βοριάς δεν συμπαθούσε

 

Που πίσω άφησε μονάχο και φτωχό

 

Έχει ένα αστέρι λαμπερό μες στην καρδιά του

 

Για να ζει!!!  ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ!!! 

Όταν επέστρεψα στη νέα μου κατοικία, ήμουν αμίλητος και σκεπτικός. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Συνεχώς το μυαλό μου ήταν στο σπίτι μου, ώσπου μια μέρα ανακοίνωσα στη θεία μου ότι αποφάσισα να επιστρέψω και να ζήσω στο πατρικό μου σπίτι.                                                                                                                                             Τα έχασε! «Μα πώς πήρες αυτή την απόφαση»; μου είπε! «Είπαμε κάτι που σε ενόχλησε; Να μαγειρεύεις δεν ξέρεις, τι θα τρως; Ξύλα για τη φωτιά δεν έχεις! Υπάρχουν ένα σωρό δουλειές που θα πρέπει να κάνεις και συγχρόνως να διαβάζεις! Μείνε μαζί μας! Δεν θα τα καταφέρεις μόνος σου!!» Της είπα ότι είμαι πολύ ευχαριστημένος μαζί τους, αλλά μου λείπουν η γειτονιά μου, οι φίλοι μου και κυρίως το δικό μου σπίτι, άλλωστε σε περίπτωση που δε θα τα καταφέρω, θα επιστρέψω. Τελικά τα κατάφερα! Μετακόμισα πάλι στο σπίτι μου, όπου έζησα τα τελευταία τρία χρόνια, μέχρι να τελειώσω το εξατάξιο Γυμνάσιο.   

Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησα να γράφω μερικά ποιήματα και κάποιους στίχους, τους οποίους έκανα τραγούδια, που τα έχω φυλαγμένα στα συρτάρια μου, αλλά ποτέ δεν αποφάσισα σοβαρά να τα προωθήσω. Με τον πεζό λόγο δεν είχα ασχοληθεί μέχρι πρότινος και ούτε σκόπευα να το κάνω. Ακούγοντας όμως τον τελευταίο καιρό καθημερινά τη μητέρα μου να μου διηγείται  ιστορίες από τα παλιά χρόνια, αποφάσισα να κρατήσω κάποιες σημειώσεις ιδιαίτερα από τα ήθη και έθιμα της  εποχής εκείνης. Κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω. Τρώγοντας όμως έρχεται η όρεξη, όπως λέει και ο σοφός λαός μας. Στην πορεία διαπίστωσα ότι θα μπορούσα να αναφερθώ σε ιστορίες που είχα ακούσει στο παρελθόν από συγχωριανούς μου, σε παιδικές μου αναμνήσεις, σε προσωπικά μου βιώματα, σε αγροτικές και κτηνοτροφικές ασχολίες της τότε εποχής, καθώς και σε γενικότερα θέματα, τα οποία παρουσιάζω τελικά στο βιβλίο μου. Είπα να μη χάσω αυτή την ευκαιρία. Στις περισσότερες ιστορίες τα ονόματα δεν είναι τα πραγματικά για ευνόητους λόγους και ο αναγνώστης  σίγουρα θα θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια ή θα μάθει πώς ζούσαν οι παλαιότεροι. Σε πολλά θέματα τονίζω πρόσωπα, τοπία και καταστάσεις που δεν υπάρχουν πλέον ή έχουν αλλάξει στην τωρινή εποχή.

Ελπίζω ότι θα αφήσω μια μικρή παρακαταθήκη στους νεότερους, ώστε να γνωρίσουν κάποιες πτυχές της ιστορίας του χωριού μας και της υπαίθρου γενικότερα, καθώς και τον τρόπο ζωής των πατεράδων τους και των παππούδων τους σε προηγούμενες εποχές. Ευελπιστώ επίσης να δώσω την ευκαιρία στους μεγαλύτερους να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια και να ξυπνήσω παιδικές αναμνήσεις και στον αναγνώστη που δεν έχει ρίζες στον τόπο μου, να βρει κάποια κοινά βιώματα και να περάσει ευχάριστα την ώρα του.

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΠΙΕΡΙΑΣ

1. Μ. MΠΕΣΙΟΣ - Α. ΑΘΑNΑΣΙΑΔΟΥ - Κ. ΝΟΥΛΑΣ - M. ΧPΙΣTΑΚΟΥ-TΟΛΙΑ, ANAΣKΑΦEΣ ΣTΟN AΓΩΓΟ YΔPEYΣΗΣ BOPEΙAΣ ΠΙEΡΙΑΣ                           - ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ 17,2003 (2005), σελ. 451-457

 


«Οι τάφοι του δεύτερου μισού του 4ου αι. π.Χ στον «Σταυρό» Καστανιάς ήταν οι πιο μνημειακοί. Από τον τάφο 2 αν και συλημένος έχουμε ένα ωραίο σύνολο με  ερυθρόμορφο κρατήρα, πήλινα και χάλκινα αγγεία καθώς και ένα πήλινο κεφάλι νέου σε φυσικό μέγεθος με κλειστά βλέφαρα, το οποίο υποδηλώνει ομοίωμα προφανώς του νεκρού και παραπέμπει σε μια παρηγορητική διάσταση προς τους οικείους του για τον αιώνιο ύπνο του».


ΚΑΣΤΑΝΙΑ «ΣΤΑΥΡΟΣ» - ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΠΡΟΤΟΜΗ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙΚΗ ΤΑΦΗ             (από το λεύκωμα «Πιερίδων Στέφανος» του Μ.Μπέσιου).


ΚΑΣΤΑΝΙΑ «ΣΤΑΥΡΟΣ» - ΕΡΥΘΡΟΜΟΡΦΟΣ ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΜΕ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗ ΣΚΗΝΗ ΑΠΟ ΤΑΦΟ (από το λεύκωμα «Πιερίδων Στέφανος» του Μ.Μπέσιου).

……. Αλλά τα πιο αξιόλογα ταφικά σύνολα ερευνήθηκαν στην περιοχή του Δ. Δ Καστανιάς του Δήμου Κολινδρού. Δίπλα στον σύγχρονο δρόμο Κολινδρού Καστανιάς εντοπίσθηκε η πρώτη συστάδα. Ο σημερινός δρόμος προφανώς ακολουθεί την πορεία αρχαίου.
Η διαπλάτυνσή του όμως διατάραξε κάποιους τάφους ενώ κατέστρεψε άγνωστο αριθμό τους. Επίσης κάποιοι από τους πλούσιους τάφους είχαν συληθεί ήδη από την αρχαιότητα, έδωσαν όμως και αυτοί ενδιαφέροντα ευρήματα.                                                                                                 Οι τάφοι του δεύτερου μισού του 4ου αι. π.Χ. ήταν οι πιο μνημειακοί. Σε μια περίπτωση ο τάφος 9 με γυναικεία ταφή.......


 


    ΑΝΑΦΟΡΑ  ΣΤΙΣ  ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ  ΤΗΣ   ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ

Από την εκδήλωση  που διοργάνωσε στις 10/11/19 η ομάδα επιστημόνων Κολινδρού με άλλους φορείς και θέμα «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΣΤΗΝ Β. ΠΙΕΡΙΑ ΜΕ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΤΟΝ ΚΟΛΙΝΔΡΟ», της οποίας ομιλητής ήταν ο αρχαιολόγος Νούλας Κώστας της εφορείας αρχαιοτήτων Πιερίας, αντλούμε τις εξής πληροφορίες που αναφέρονται στην Καστανιά:

Στα ευρήματα των ανασκαφών προστίθενται πληροφορίες καθώς και άλλα προγενέστερα ευρήματα από περισυλλογές και παραδόσεις: Το 1977, ο Αθανάσιος  Χαρισόπουλος, μαθητής τότε, παρέδωσε μια αιχμή δόρατος, που εντόπισε στην πορεία του αρχαίου δρόμου από Κολινδρό προς τα Πιέρια (κατά τον Σάκη Χαρισόπουλο η λόγχη που βρήκε στην περιοχή «Καστρί» Καστανιάς μέσα σε πήλινο αγγείο, σε αρχαίο τάφο και παρέδωσε στην αρχαιολογική υπηρεσία Θεσσαλονίκης εκτιμήθηκε ότι ήταν του 2.800 π.Χ περίπου, επίσης εκτός από την λόγχη βρήκε και παρέδωσε νομίσματα εκ των οποίων κάποια είχαν την κεφαλή του Περσέα και άλλα είχαν την κεφαλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Στην περίοδο των ανασκαφών το 2002, πήραμε  την πληροφορία ότι είχαν εντοπιστεί ρωμαϊκοί τάφοι, παλιότερα, στην Καστανιά. Από τον αύλειο χώρο της εκκλησίας του χωριού περισυλλέχθηκε επιτύμβια προτομή, ρωμαϊκών χρόνων, στην επιγραφή της οποίας αναφέρεται ότι στήθηκε από τον Άδραστο για την όμορφη γυναίκα του τη Φιλήτη, «μνήμης χάριν». Δεν αποκλείεται να προέρχεται από τη θέση του ρωμαϊκού νεκροταφείου. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το Εκαταίο, στη μορφή μαρμάρινης πρισματικής στήλης, Βρέθηκε περί το 1 χλμ. Νότια - νοτιοδυτικά της Καστανιάς (κοντά στην περιοχή «Μάρμαρο») και εκτίθεται τώρα στη δυτική στοά του μουσείου του Δίου. Και στις τρεις πλευρές του φέρει επιγραφές: στην κύρια όψη Αρτέμιδι Εκάτη, στη δεξιά Ιππόστρατος Παραμόνου και στην αριστερή κατ’ όναρ

 

Όλα τα παραπάνω στοιχεία (οι τάφοι των ύστερων κλασικών - πρώιμων ελληνιστικών χρόνων, οι ρωμαϊκοί τάφοι, η επιτύμβια προτομή και το εκαταίο) συνηγορούν στην ύπαρξη ενός αρχαίου οικισμού στην Καστανιά, με ζωή τουλάχιστον από τον 4ο αι. π. Χ. και εξής.


 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟN

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ







Δημοτικό Σχολείο Καστανιάς 1963-64

Μαθητές ήταν  οι:                                                                                                        

Καρανάτσιος Δημήτριος του Λάμπρου, Νικολόπουλος Σπυρίδων, Παλιανιώτης Αντώνιος, Καρανάτσιου Μαρία, Κατσιούλα Βασιλική, Παπαντωνίου Καλιρρόη, Μακρή Βασιλική, Μακρή Μαρία, Μπιάλα Βέτα, Χαμουζάκου Αγγέλα, Χειμώνα Βασιλική, Νικολοπούλου Δήμητρα, Θεοχαροπούλου  Κατερίνα, Νικολοπούλου Άννα, Βρακοπούλου Παναγιώτα, Καρανάτσιος Γεώργιος, Χαρισόπουλος Ηλίας, Χαρισόπουλος Σωτήρης, Νικολόπουλος Νίκος του Αθανασίου, Νικολόπουλος Κώστας του Νικολάου, Στάμκου Δήμητρα, Γεωργιάδου Ευαγγελία, Κωστόπουλος Στέφανος, Χειμώνας Βασίλειος του Ευαγγέλου, Παπαντωνίου Κωνσταντίνος, Νικολόπουλος Αθανάσιος, Καρανάτσιος Δημήτριος του Αστερίου, Μακρής Σωτήρης, Στάμκος Αθανάσιος του Αστερίου, Νικολόπουλος Παναγιώτης, Στάμκου Ελένη, Μπιάλα Μαρία, Νικολοπούλου Ελένη, Σεραφή Ευανθία, Βρακοπούλου Κατερίνα του Παναγιώτου, Βρακόπουλος Αθανάσιος, Νικολόπουλος Κώστας του Παντελή, Γεωργιάδης Άνθιμος,   Νικολοπούλου Μαρία, Βρακοπούλου Κατερίνα του Αστερίου, Παπαντωνίου Σοφία, Χειμώνα Ρούλα, Νικολόπουλος Νίκος του Αλεξάνδρου, Παλιανιώτης Θεοφάνης, Κατσιούλα Στέλλα, Κατσιούλας Αριστείδης, Κατσιούλας Αθανάσιος, Στάμκος Αθανάσιος του Κωσταντίνου, Μακρής Δήμος, Κατσιούλας Φώτης, Χειμώνας Βασίλειος του Αθανασίου, Θεοχαρόπουλος Ευάγγελος, Νικολόπουλος Γιάννης, Νικολόπουλος Θέμης, Καραμανώλας Δημήτριος, Μουτίσιας Ευάγγελος, Κουτιώλα Ευαγγελία, Χαρισοπούλου Μαριάνθη, Νικολοπούλου Ευδοξία, Βρακοπούλου Κατερίνα του Λεωνίδα, Βρακοπούλου Κατερίνα του Γεωργίου, Μακρή Αριάδνη, Λάμπρου Μαρία, Νικολοπούλου Βασιλική, Μακρή Χριστίνα, Χαρισόπουλος Γιώργος, Μηλιόπουλος Αποστόλης, Κατσιούλα Αννούλα, Κωστοπούλου Παναγιώτα, Νικολόπουλος Γιώργος, Χειμώνας Βασίλης του Γεωργίου, Κουτιώλα Δέσποινα, Μουτίσιας Περικλής, Νικολοπούλου Ρεβέκα, Καρανάτσιου Κατερίνα του Τριαντάφυλλου, Κωστόπουλος Φώτης, Ροκά Όλγα, Καρανάτσιου Κατερίνα του Αστερίου.
Δάσκαλοι ήταν οι: Αθανάσιος & Καίτη Κοχλίκη.

 

ΜΙΑ ΑΠΟΦΡΑΔΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ  

Ήταν  Σάββατο, αρχές Ιουνίου του 1964.

Χαράματα και οι σπουργίτες στις ακακίες, στα πεύκα, στις κακαβιές και στο μικρό κήπο του σχολείου του χωριού μου λογομαχούσαν δυνατά, προαναγγέλλοντας  την αυγή μιας ηλιόλουστης και πολύ φωτεινής ημέρας.

Σύννεφα δεν υπήρχαν πουθενά. Σε λίγο πρόβαλλε ο ήλιος ολοστρόγγυλος, για το καθιερωμένο ημερήσιο ταξίδι του. Σύντομα τα τιτιβίσματα των πουλιών αντικαταστάθηκαν από τις φωνές των παιδιών που αραδούσαν από κάθε σοκάκι και σε λίγο γέμισαν την αυλή του σχολείου. Το παιχνίδι άρχισε ζωηρό, όλα τα παιδιά τρέχανε πάνω κάτω, άλλα έπαιζαν κρυφτό, άλλα κυνηγητό, άλλα κουτσό, άλλα φιδάκι, άλλα πάλι σκάλιζαν τα λουλούδια του κήπου και άλλα παιδιά περιποιούνταν τα πεύκα στο πίσω μέρος του σχολείου ξεβοτανίζοντας, σκάβοντας και ποτίζοντάς τα. Ως γνωστόν κάθε μαθητής είχε υπό την επίβλεψή του ένα φυτό ή ένα δέντρο και αλλοίμονο σ’ αυτόν του οποίου το δέντρο ή το φυτό στέγνωνε. Η τιμωρία από τον δάσκαλο ήταν μεγάλη και συνάμα θα έπρεπε να το αντικαταστήσει άμεσα.

Το σημαντικότερο όμως  καθημερινό παιχνίδι ήταν ο ποδοσφαιρικός  αγώνας μεταξύ  «ΑΠΑΝΩΝ – ΑΚΑΤΝΩΝ» (επάνω - κάτω μαχαλάς). Οι δύο αυτοί μαχαλάδες ήταν οι πιο δυνατοί μαχαλάδες του χωριού και σε όλα τα ομαδικά παιχνίδια ήταν πάντα αντιμέτωποι. Υπήρχαν και άλλοι δύο μικρότεροι μαχαλάδες, ο μαχαλάς «ΕΛΙΕΣ» που βρίσκεται στην νότια πλευρά του χωριού, στην θέση Ελιές, και συνήθως συνεργαζόταν  με τους Ακατνούς και επίσης ο μαχαλάς του ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του χωριού και συνεργαζόταν με τους Απανούς. Οι Ακατνοί ήταν ο πιο ισχυρός μαχαλάς του χωριού. Απ’ ότι ακούγαμε, εκτός των άλλων οι Ακατνοί γυμναζόταν και με βάρη, καθώς και ότι είχαν μονόζυγο! Πράγματα  άγνωστα για εμάς τους Απανούς! Στο ποδόσφαιρο ήμασταν ισάξιοι, αλλά όταν έχαναν οι Ακατνοί και ο αγώνας πλησίαζε προς στο τέλος του, επινοούσαν οτιδήποτε για να μας κερδίσουν... Εκείνο το Σάββατο του Ιουνίου οι Ακατνοί πραγματικά πετούσαν και μας νίκησαν με μεγάλη διαφορά.

Χτύπησε το κουδούνι και αναψοκοκκινισμένοι και φίλοι όλοι, όπως γινόταν στο τέλος κάθε αγώνα, μπήκαμε στην τάξη για μάθημα. Οι δύο πρώτες ώρες κάθε μέρας ήταν συνήθως πολύ δύσκολες. Το κεφάλι βούιζε από την κούραση, τα μάτια σφάλιζαν και η καρδιά χτυπούσε σαν καμπάνα. Η τάξη είχε τρεις σειρές θρανίων και είχα επιλέξει να καθίσω στη μεσαία σειρά, στο  τέταρτο θρανίο δεξιά. Αυτό το έκανα κάθε χρόνο, γιατί στις πρώτες θέσεις καθόταν συνήθως οι πολύ καλοί μαθητές, τα λεγόμενα «φυτά», στις τελευταίες θέσεις καθόταν τα «κουμπούρια», οι μαθητές που ήταν μονίμως αδιάβαστοι και στη μέση καθόμασταν οι μέτριοι μαθητές, αυτοί που είχαμε τις καλές μέρες αλλά και τις κακές. Ένας άλλος λόγος που έπαιρνα αυτή τη θέση ήταν διότι έτσι παρακολουθούσα  καλύτερα τις κινήσεις του δασκάλου. Μόλις έμπαινε ο δάσκαλος στην τάξη προσπαθούσα να ψυχολογήσω τη διάθεσή του. Όταν ήταν ευδιάθετος και ήρεμος, συνήθως καθόταν  στην έδρα και έλεγε: “Ποιό καλό παιδάκι θα μας πει το μάθημα σήμερα»;

Αν δεν ήξερα μάθημα, δεν σήκωνα το χέρι μου, γιατί γνώριζα ότι θα επιλέξει κάποιο παιδί από τα  πρώτα θρανία, όπως γινόταν. Με τις ευχές των διπλανών να «φάει» όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα για να μην εξετασθεί και δεύτερο παιδί, ο συμμαθητής έλεγε πολύ αναλυτικά το μάθημα και οι υπόλοιποι ήμασταν ήσυχοι. Αν ο δάσκαλος ήταν όμως στις κακές του - το βλέπαμε από τα αριτσιωμένα μαλλιά του - τότε ρωτούσε πάλι απότομα:! «Ποιός θα σηκωθεί για μάθημα»;  Και έψαχνε για κάποιο θύμα για να το ξυλοφορτώσει,                                                                     πηγαίνοντας  στα πίσω θρανία αλλά και στα μεσαία. Χαμογελώντας και οπλισμένος με περίσσιο θάρρος, σήκωνα ψηλά το χέρι μου, χωρίς να ξέρω ούτε τι μάθημα έχουμε πολλές φορές και τη γλύτωνα αφού η επιλογή του ήταν μαθητές γενικά που δεν σήκωναν το χέρι τους ή το σήκωναν διστακτικά και τρέμοντας. Η μέθοδός μου αυτή ήταν σχεδόν αλάνθαστη, και λέω σχεδόν, γιατί μια φορά μόνο την πάτησα και μάλιστα άγρια.

Ήταν πάλι αρχές Ιουνίου στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Πρωί πρωί παίζαμε στην αυλή του σχολείου και την ώρα που έμπαινε ο δάσκαλος στο προαύλιο, τρέχοντας και χωρίς να τον δω έπεσα πάνω του και του πάτησα το πόδι. Γύρισε και μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι λέγοντάς μου: «Στραβούλιακα, δεν βλέπεις μπροστά σου»; και άλλα κοσμητικά επίθετα. Με έπιασε κρύος ιδρώτας! Την πρώτη ώρα είχαμε Ιστορία και δεν είχα ανοίξει βιβλίο, ενώ συγχρόνως κατάλαβα από το βλέμμα του ότι ήταν στις κακές του και με «στάμπαρε». Το κουδούνι χτύπησε. Μπήκε φουριόζος στην τάξη με τσιτωμένες τις τρίχες των μαλλιών του!!!:                                                                                                                     «Για να  δούμε ποιός θα μας πει μάθημα σήμερα», είπε!                                  Προσπάθησα να χαμογελάσω και να σηκώσω το χέρι ψηλά, αλλά δεν βρήκα θάρρος και δύναμη!!!  «Σήκω πάνω για να μας πεις το  μάθημα», μου φώναξε άγρια.  «Τι μάθημα έχουμε;», ψέλλισα στον διπλανό μου, έτοιμος να πέσω αναίσθητος!   «Τον Ιωάννη τον Καποδίστρια», μου ψιθύρισε!  «Εμπρός λέγε!», μου είπε απότομα ο δάσκαλος!  «Ο Ιωάννης ο Καποδίστριας, ο Ιωάννης… ο Ιωάννης»! Δεν ήξερα απολύτως τίποτα!   Αισθάνθηκα σαν το πουλάκι που το πιάνει η παγίδα και πασχίζει να βρει τρόπο να γλυτώσει. Το μάτι του  δασκάλου γυάλισε!!!   «Ώστε δεν ξέρεις μάθημα και μου σηκώνεις και ψηλά το χέρι σου;», μου είπε σε πολύ αυστηρό ύφος!  Ακόμα με δέρνει! Στο τέλος με έβαλε στην άκρη του προαυλίου να κάθομαι με το ένα πόδι όρθιο κατά την διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας, ενώ ψιλόβρεχε!

Το συγκεκριμένο Σάββατο ο δάσκαλος μπήκε στην τάξη σκεπτικός, κάθισε στην έδρα του σαν κάτι να τον απασχολούσε ιδιαίτερα, είπε σε κάποιον από τους καλούς μαθητές να σηκωθεί για εξέταση, χωρίς να κουνηθεί από την θέση του. Εγώ είχα γλαρώσει κανονικά, έκλεισα το αριστερό μου μάτι και με το δεξί ήλεγχα την έδρα στην οποία καθόταν ο δάσκαλος και σιγά σιγά με πήρε ο ύπνος. Έβλεπα ένα όνειρο, ότι μια πολύ μεγάλη μέλισσα ερχόταν βουίζοντας κατά πάνω μου. Όσο με πλησίαζε, το βουητό μεγάλωνε, και ξαφνικά έπεσε πάνω μου και με τσίμπησε στο πρόσωπο!!! Το χαστούκι που με ξύπνησε ήταν από τον συμμαθητή που καθόταν δίπλα μου, γιατί ψιλοροχάλιζα, όπως μου είπε. Πετάχτηκα απότομα επάνω, αλλά αν και ξύπνησα, ακόμη άκουγα το βουητό από την μεγάλη μέλισσα. Σε πολύ λίγο το βουητό έγινε πολύ δυνατό, τα τζάμια στα παράθυρα του σχολείου άρχισαν να τρίζουν, έτοιμα να σπάσουν! Όλη η τάξη πετάχτηκε επάνω και πήγαμε προς το παράθυρο που βλέπει βόρεια του χωριού, στην περιοχή «Σταυρός».          «Θεέ μου, τι θέαμα ήταν αυτό»;   Αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το χωριό μου και φθάνοντας στο πεδίο βολής που ήταν στην θέση «Σταυρός», έκαναν έναν κύκλο και αμολούσαν τις βόμβες, οι οποίες όταν έσκαγαν στο έδαφος έβγαζαν μια τεράστια λάμψη, ενώ συγχρόνως ακουγόταν  ένας πολύ δυνατός κρότος, σαν να πέφτει κεραυνός. Χώματα εκτοξευόταν στον ουρανό και οι καπνοί που υψώνονταν έμοιαζαν με σύννεφα. Το θέαμα ήταν φοβερό! Όλοι μείναμε με το στόμα ανοιχτό! Πρώτη φορά βλέπαμε κάτι τέτοιο στο χωριό μας. Ο ένας έσπρωχνε τον άλλον για να πάρει καλύτερη θέση. Ο δάσκαλος, ο οποίος καθώς φαίνεται γνώριζε ότι θα γινόταν αυτή η άσκηση - γι’ αυτό άλλωστε  ήταν τόσο σκεπτικός - μας είπε να καθίσουμε αμέσως στα θρανία μας και να συνεχίσουμε το μάθημα. Γρήγορα όμως διαπίστωσε ότι κάτι συνέβαινε, καθώς όλα τα αγόρια μιλάγαμε συνωμοτικά μεταξύ μας. Σταμάτησε λοιπόν το μάθημα - διότι απλά τη στιγμή που έπεφταν βόμβες έξω, είχε χαθεί η αυτοσυγκέντρωση όλων και το μυαλό μας και τα μάτια μας ήταν στο παράθυρο - μας απαγόρευσε να μιλάμε μεταξύ μας και άρχισε να μας  νουθετεί και να μας συμβουλεύει, γνωρίζοντας με τι σατανάδες έχει να κάνει, τονίζοντας ιδιαίτερα μην τυχόν πάμε στο πεδίο βολής όταν φύγουμε από το σχολείο, διότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος, μπορεί να υπήρχαν βόμβες άσκαστες, μπορεί… μπορεί… Αν μάθαινε ότι κάποιος πήγε, θα έτρωγε πολύ ξύλο, θα τον έκλεινε για μια εβδομάδα στο υπόγειο, θα του έδινε εξαήμερη αποβολή και άλλα πολλά! Μέχρι να σχολάσουμε, μάθημα δεν ξανάγινε. Ενώ ο δάσκαλος προσπαθούσε να μας πείσει να μην πάμε στο πεδίο βολής, εμείς με χαρτάκια από τον έναν στον άλλον είχαμε ήδη επικυρώσει το πρόγραμμα της μετάβασής μας εκεί για να μαζέψουμε ότι σιδερικό είχε πέσει. Οι Ακατνοί, ως ο ισχυρότερος μαχαλάς, θα πήγαιναν πρώτοι, θα είχαν βοηθούς τα παιδιά από τον μαχαλά «Ελιές». Εμείς οι Απανοί θα πηγαίναμε μισή ώρα αργότερα, για να μαζέψουμε ό,τι είχε  περισσέψει. Βοηθοί μας θα ήταν ο μαχαλάς του «Αγίου Νικολάου». Τόνισαν ιδιαίτερα  ότι αν μας βρίσκαν εκεί, θα μας έπαιρναν ό,τι είχαμε μαζέψει και θα μας έδερναν.

Σφαιράτα φύγαμε όλοι για τα σπίτια μας μόλις χτύπησε το κουδούνι. Ο τόπος συγκέντρωσης των Απανών ήταν το σπίτι μου.
Η μάνα μου είχε φουρνίσει το ψωμί και περιμέναμε γύρω στα δέκα παιδιά με ένα κομμάτι τυρί στο χέρι να βγει το πρώτο πλαστό ψωμιού για να φάμε και να φύγουμε.  

Ξαφνικά ακούστηκαν πολεμικές ιαχές: «Αέρααα!!!,  πίσω και σας  φάγαμε»!!! Περνούσαν οι Ακατνοί από μπροστά μας για να ελέγξουν ότι δεν ξεκινήσαμε πρώτοι, ουρλιάζοντας σαν Ινδιάνοι, ενώ μας τραβούσαν και καμιά παταριά, υποδηλώνοντας  έτσι την δύναμή τους. Από πίσω με τα τσουβάλια ακολουθούσαν οι κουβαλητές, τα παιδιά από τον μαχαλά «Ελιές» που ευρισκόμενοι με τους ισχυρούς, μας καρπάζωναν και αυτοί. Κατηφόρισαν τον «Κουτσό» και βρέθηκαν πολύ γρήγορα στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί ακούστηκαν δυνατές κραυγές, προφανώς συναντήθηκαν με τα παιδιά του Αγίου Νικολάου που συνεργαζόταν μαζί μας και έγιναν κάποιες αψιμαχίες. Ξαφνικά μας έπιασε ιδιαίτερη βιασύνη. Φοβηθήκαμε ότι δεν θα προλαβαίναμε να μαζέψουμε τίποτα!!! Είπα στη μάνα μου να βγάλει το ψωμί!
«Δεν ψήθηκε ακόμα», μου είπε. «Βγάλτο αμέσως»!, την διέταξα!           Χέρια πέσαν επάνω στο καυτό και όχι καλοψημένο ψωμί και το έκαναν κομμάτια. Αρπάξαμε από ένα κομμάτι και αλλάζαμε χέρι γιατί καιγόμασταν, ενώ βάζαμε και μια μπουκιά στο στόμα με τυρί και το καταπίναμε αμάσητο, τρέχοντας.

Κατηφορίσαμε τον «Κουτσό» και φθάσαμε πολύ γρήγορα στον Άγιο Νικόλαο και εκεί τα παιδιά - οι  συνεργάτες μας - μας άγχωσαν περισσότερο λέγοντας ότι δεν θα προλάβουμε να μαζέψουμε τίποτα.   

Σαν αστραπή ανεβήκαμε τα χωράφια πάνω από το νεκροταφείο και φθάσαμε στο ύψωμα, εκεί που είναι σήμερα το τυροκομείο. Σταματήσαμε να πάρουμε μια ανάσα, κοιτάζοντας το πεδίο βολής που απείχε πλέον πεντακόσια μέτρα από εμάς. Τους βλέπαμε και τους ακούγαμε, γελούσαν, τραγουδούσαν και φώναζαν δυνατά, άλλοι μάλωναν μεταξύ τους γιατί διεκδικούσαν το ίδιο σιδερικό. Βλέπαμε τους κουβαλητές να γεμίζουν τα τσουβάλια. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα ακουγόταν ένα τακ - τακ - τακ… σαν να  χτυπούσε μέταλλο με μέταλλο. Όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων πρέπει να ήταν μια βόμβα που δεν είχε σκάσει!    Μας έπιασε πανικός! Γρήγορα, είπε κάποιος, να προλάβουμε! Και ορμήσαμε μπροστά. Δεν προλάβαμε να κάνουμε πενήντα μέτρα όταν ξαφνικά  ακούστηκε ένα δυνατό και μακρόσυρτο «Μπού ου ου ου ου ου ου ου μ μ μ μ μ…μ...μ», ενώ συγχρόνως μια δυνατή λάμψη πετάχτηκε στο πεδίο βολής, καθώς και πυκνός καπνός σκέπασε όλη την περιοχή. Κοκκαλώσαμε! Οι δυνατές και χαρούμενες φωνές, τα μαλώματα σταμάτησαν!  «Πάμε να φύγουμε»!, είπε κάποιο παιδί φοβισμένα, θα φάμε ξύλο αν μάθει ο δάσκαλος ότι πήγαμε εκεί!
          Σχεδόν άμεσα, την ώρα που ο κουρνιαχτός καταλάγιαζε, άρχισαν να ακούγονται κλάματα: «Μαμάαα, μαμά  πού είσαι; Μπαμπά, βοήθεια!!! Βοήθειαααααα!!! Αχ! πονάω πολύ!!! Βοήθειαααα!!!». Χωρίς να πούμε κουβέντα, βάλαμε φωτιά στα πόδια μας και φθάσαμε στο πεδίο βολής σε δευτερόλεπτα. Αυτό που είδαμε ήταν απερίγραπτο! Λύπη, θλίψη, μεγάλος πόνος και άλλα συναισθήματα που δεν τα είχαμε νιώσει ποτέ μας κυρίευσαν. Παντού σκορπισμένα παιδιά γεμάτα αίματα, φίλοι μας, ξαδέλφια να μας να εκλιπαρούν να τους βοηθήσουμε.   Πώς να τους βοηθήσουμε; Ξέραμε; Μικρά παιδιά ήμασταν, τα χάσαμε και δεν ξέραμε τι να κάνουμε!   Εκείνη την ώρα ακούστηκε ο ήχος ενός φορτηγού αυτοκινήτου που ερχόταν από το χωριό μας και πήγαινε προς τον Κολινδρό φορτωμένο με καυσόξυλα.

«Γρήγορα όλοι στο δρόμο!», είπε κάποιο παιδί του πάνω μαχαλά.      Φθάσαμε στο δρόμο την ώρα που το φορτηγό έπαιρνε την στροφή κάτω από την στάνη του Τζιότζιου. Πιαστήκαμε όλοι χέρι χέρι και  καθίσαμε κάθετα στον δρόμο για να μην μπορεί να περάσει το αυτοκίνητο, εκτός αν μας πατήσει. Ο οδηγός και ο συνοδηγός μόλις πήραν την στροφή και μας είδαν άρχισαν να κορνάρουν, να ανάβουν τα φώτα και να μας φωνάζουν να κάνουμε στην άκρη για να περάσουν. Δικαιολογημένη η συμπεριφορά τους γιατί εμείς οι Απανοί τους κάναμε πολλά χουνέρια! Πολλές φορές γεμίζαμε με ξύλα, λαμαρίνες, τούβλα, σκουπίδια, τσιμέντα και οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κάποιος τον «δημόσιο δρόμο» που ήταν κάτω από τα σπίτια μας. Άλλες φορές βάζαμε καδρόνια με καρφιά ανάποδα, για να τρυπήσουν τα λάστιχά τους, και εμείς κρυμμένοι στις κορυφές των δέντρων παρακολουθούσαμε την αντίδρασή τους. Αυτοί όταν πλησίαζαν, πατούσαν απότομα φρένο, κατέβαιναν, καθάριζαν τον δρόμο βρίζοντάς μας και έψαχναν να μας βρουν για να μας δείρουν. Έτσι λοιπόν και τώρα φαντάστηκε ο οδηγός όταν μας είδε ότι κάτι σκαρώνουμε και ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα κατ’ επάνω μας, αλλά βλέποντας ότι δεν το κουνάμε από τη θέση μας, οδηγός και συνοδηγός κατέβηκαν βρίζοντάς μας έτοιμοι να μας ξυλοφορτώσουν. Αυτή τη φορά δεν φοβηθήκαμε το ξύλο, άλλωστε μαθημένοι ήμασταν να δέρνουμε και να μας δέρνουν. Το ξύλο ήταν καθημερινότητα. Σε όποιον μαχαλά να πήγαινες, κλάματα άκουγες. Πήγαμε όλοι δίπλα τους και τους εξηγήσαμε τι συμβαίνει. Στην αρχή δεν μας πίστεψαν, αλλά βλέποντας και τους καπνούς πείσθηκαν και ανέβηκαν στο πεδίο βολής.                                  - Θεέ μου τι έγινε εδώ;  Είπαν και οι δύο με έντονη την οδύνη στο πρόσωπό τους! Άρπαξαν  δυο παιδιά στην αγκαλιά τους, που ήταν αναίσθητα, και εμείς τα υπόλοιπα, που ήταν τραυματισμένα αλλά μπορούσαν να περπατήσουν και με γρήγορες κινήσεις τα βάλαμε στο αυτοκίνητο. Είπαν σε δυο από εμάς να συνοδέψουμε τους τραυματίες στο νοσοκομείο, αλλά δεν πήγαμε από φόβο για το ξύλο που θα τρώγαμε από τον δάσκαλο ή από τους γονείς μας.   Κατόπιν τούτου κρυφτήκαμε στο δάσος, συνειδητοποιώντας την όλη κατάσταση και αισθανόμασταν σα να κάναμε το προπατορικό αμάρτημα! Από το δάσος είδαμε κάποιες κινήσεις στο «Μεσοχώρι» του χωριού και περνώντας τον «Σιπουτό», βγήκαμε στο ύψος του σημερινού κτιρίου της κοινότητας, και από εκεί, μέσα από τα δέντρα που υπήρχαν τότε, παρακολουθούσαμε τον πολύ κόσμο που είχε μαζευτεί όταν μαθεύτηκε το κακό μαντάτο. Βλέπαμε  τις γυναίκες του χωριού να κλαίνε, να ουρλιάζουν, να τραβάνε τα μαλλιά τους, να σχίζουν τα ρούχα τους και να προσπαθούν να πάρουν κάποιες πληροφορίες από παιδιά που είχαν ήδη επιστρέψει στο χωριό.

 Καθόμασταν κρυμμένοι χωρίς να ξέρουμε τι να κάνουμε, βλέποντας και τις μανάδες μας να κλαίνε, αφού κι αυτές δεν γνώριζαν κάτι για μας.

Αρχίσαμε δειλά- δειλά να βγαίνουμε όλα τα παιδιά του πάνω μαχαλά.   Πέσαν επάνω μας όλες οι γυναίκες του χωριού σαν τις προβατίνες που ψάχνουν το αρνάκι τους, οι δικές μας μάνες  μας αγκάλιαζαν σαν να ήμασταν χαμένοι από καιρό και οι άλλες γυναίκες ρωτούσαν για τα δικά τους παιδιά! Τους λέγαμε ότι είχαν τραύματα και τους μετέφεραν στο νοσοκομείο, ότι ήταν καλά και γενικώς ό,τι μπορούσε να πει ένα μικρό παιδάκι!!!

Ακόμη και σήμερα δεν το χωράει ο νους μου πώς έγινε αυτό το «έγκλημα»; Είναι δυνατόν να κάνεις ασκήσεις με αεροπλάνα δίπλα σε ένα χωριό; Είναι δυνατόν να αμολάς βόμβες σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από ένα χωριό και να μην φρουρείς το μέρος, έως ότου φέρεις εμπειρογνώμονες για να ελέγξουν αν υπάρχουν άσκαστες βόμβες; Είναι δυνατόν να μην ενημερώνεις σαν πολιτεία τους κατοίκους του χωριού, τους γονείς ιδιαίτερα, να προσέξουν εκείνη τη μέρα να μην φύγουν τα παιδιά από τα σπίτια τους;

 

Μη μου θυμίζεις τις παλιές και θλιβερές συνάμα

 

Ημέρες του Καλοκαιριού

 

Και τις ατέλειωτες στιγμές και το βουβό το κλάμα

 

Εκείνου του αγοριού

 

Που έκλαιγε και δάκρυα στα μάτια του δεν τρέχαν

 

Τον πόνο να μικρύνουν

 

Λυγμοί μόνο ατέλειωτοι τα στήθη του φουσκώναν

 

Και νόμιζες κάθε στιγμή ότι γροθιές θα γίνουν

 

Τα φοβερά τα στήθη

 

Και άγρια και με θυμό θα πάνε να χτυπήσουν

 

Της αδικιάς τα πλήθη.

 

Κακό τόσο του κάνανε χωρίς να έχει φταίξει

 

Η τρυφερή καρδιά του την αδικιά βοηθήσανε………

  



΄΄ΟΥ ΛΥΚΟΥΣ΄΄

Εκείνες τις μέρες  ο μικρός Κωστάκης φιλοξενούνταν από τον παππού του και την γιαγιά του στα πάνω σπίτια του χωριού. Θα ήταν πέντε - έξι χρονών ο Κωστάκης όταν η μαμά του τον άφησε για μια εβδομάδα στα παππούδια. Εντελώς ήσυχο δεν τον έλεγες αλλά σε γενικές γραμμές ήταν καλό παιδάκι. Όταν την ψώνιζε η μάνα του, που την ψώνιζε συχνά και δεν φημιζόταν για την υπομονή της, του φώναζε το αμίμητο: Λύσιαξεις, λυσιαγμένου, απ’ να λυσιάξς!!!  ή όταν πάλι την «έσκαζε» του έλεγε «αφρουσμένου πλάσισμα δεν σι κλούβιαζα καλύτερα!».

Μια φορά πάλι μπήκε στο σπίτι κλαίγοντας δυνατά. «Τι έπαθις βρε κατσπουδιάρκου απ να σι κάψι η φουτιά να σι κάψι;» Του είπε η μάνα του. «Πάτσα ένα καρφί στου κιφάλι»!, της απάντησε κλαίγοντας γοερά. Τώρα βέβαια η λογική λέει ότι για να πατήσεις καρφί στο κεφάλι πρέπει να περπατάς ανάποδα και χωρίς χέρια!

Άλλη μια φορά  ανέβηκε στην κορυφή της συκιάς στον μπαξέ του σπιτιού κρατώντας μάλιστα στα χέρια του και ένα μεγάλο αμερικάνικο καρπούζι. Επειδή δεν μπορούσε να στηριχθεί καλά έβαλε σε μια διχάλα το καρπούζι και πιάνοντας το κοτσάνι με τα δόντια  του το πήγαινε πέρα δώθε  τσιαουνίζοντας. Ξάφνου του ξέφυγε το καρπούζι και έσκασε κάτω με πάταγο. Άρχισε να φωνάζει παραπονεμένα!
«Μάνα, Μάνααα! δεν μπορώ να κατιβώ»! Σε λίγο άλλαξε ύφος, πήρε το αγριεμένο της μάνας του και απάντησε ο ίδιος πάλι. «Καλά κάνς»!!! (καλά  
κάνεις).                    

Αλλά εκτός των άλλων ήταν πολύ έξυπνος και παμπόνηρος. Είχε πάρει είδηση ότι η μάνα του κρύβει στο μπουρό (στο μπουφέ), στο κάτω μέρος τα λουκούμια, τα σοκολατάκια μαργαρίτες και την βανίλια, τα οποία κλείδωνε κρατώντας η ίδια το κλειδί. Στο πάνω μέρος του ξύλινου και χοντρού ντουλαπιού ήταν ένα μεγάλο και βαρύ συρτάρι στο οποίο μέσα υπήρχαν ένα σωρό συμπράγαλα από μασουράκια, καρούλια, βελόνες, κλωστές, καρφίτσες, πινέζες, κεριά, σφυριά, καρφιά, φερμουάρ και άλλα. Προσπάθησε κανα δυο φορές να τραβήξει το συρτάρι και να γευτεί τις λιχουδιές, αλλά αυτό ήταν ασήκωτο. Το μυαλό του είχε κολλήσει στα γλυκά ώσπου τελικά βρήκε τη λύση. Χαράματα κατά τις πέντε το πρωί, μόλις οι δικοί έφυγαν για σπάσιμο καπνού, ξύπνησε, πήγε στο σαλόνι όπου ήταν το βαρύ ντουλάπι, άναψε το φως για να βλέπει καλά, ανέβηκε σε μια καρέκλα και τράβηξε με όση δύναμη είχε το συρτάρι λίγο προς τα έξω, ενώ συγχρόνως άρχισε να αδειάζει επάνω στο κρεβάτι το περιεχόμενό του. Αφού άδειασε όλο το συρτάρι, μετά το τράβηξε προς τα έξω πιο εύκολα και με όση δύναμη το απόμεινε το κατέβασε κάτω. Εδώ είχε ανεβάσει το αμερικάνικο καρπούζι (μεγάλο και μακρουλό) στη συκιά, δεν θα κατέβαζε το συρτάρι; Πήγε και πήρε το τσιμπίδι από την σόμπα, το καθάρισε καλά να μην έχει μαυρίλες και σαν χειρούργος  τσάκωσε ένα λουκούμι που ήταν σε μια γυάλινη πιατέλα χωρίς καπάκι με ιδιαίτερη προσοχή και το χλαπάκιασε, κατόπιν με τον ίδιο τρόπο καταβρόχθισε ένα σοκολατάκι, βούτηξε ένα λουκούμι ακόμη βλέποντας ότι υπάρχουν πολλά και το έτρωγε αργά αργά και ηδονικά σαν μαχαραγιάς, αλλά η βανίλια ήταν σε ένα πλαστικό μεγάλο ποτήρι και φοβόταν να την τραβήξει με το τσιμπίδι μήπως του πέσει και κάνει ζημιά. Χρησιμοποίησε την πονηριά του, πήγε στο τσαρδάκι και πήρε μια βελόνα από αυτές που βελιόναζαν το καπνό πολύ τροχισμένη και μυτερή στην άκρη και με αυτήν σπρώχνοντας στην γωνία  το πλαστικό ποτήρι της βανίλιας το καμάκωσε  πλάγια ελαφρά για να μην φανεί η τρύπα και έτσι το τράβηξε προς τα πάνω, έβαλε δυο κουταλιές σε ένα ποτήρι και το κατέβασε πάλι κάτω σιγά σιγά. Μετά τοποθέτησε το συρτάρι στην θέση του και όλα τα πράγματα γρήγορα γρήγορα  ανακατεμένα μέσα. Έκλεισε το συρτάρι και σαν πασάς απολάμβανε την βανίλια του με λίγο νεράκι, ευτυχισμένος για το κόλπο που επινόησε, πιστεύοντας ότι εξασφάλισε έτσι για μια ζωή το γλυκό του. Το ίδιο πράγμα έκανε δυο τρείς φορές την εβδομάδα και όταν μειωνόταν τα γλυκά δεν έτρωγε για να μην τον πάρουν χαμπάρι, περιμένοντας τις νέες προμήθειες. Η μητέρα του που ήταν και μοδίστρα, βλέποντας την ανακατωσούρα που επικρατούσε στο συρτάρι, μη βρίσκοντας τα πράγματα στην θέση τους για να κάνει την δουλειά της και πιστεύοντας ότι την ευθύνη την φέρνει η κόρη της που ήταν μεγαλύτερη από τον Κωστάκη και την έπαιρνε κάθε μέρα στο καπνό, της έδωσε ένα χέρι ξύλο δυο τρεις φορές λέγοντάς την ότι θα φάει περισσότερο ξύλο αν συνεχίσει να ανακατεύει το συρτάρι.  Συγχρόνως αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να τελειώνουν τα κεράσματα τόσο γρήγορα, αφού καλοκαιριάτικα μέσα στις δουλειές δεν είχαν πολλούς επισκέπτες. Να μπαίνει κανένα ποντίκι μέσα; Αλλά ούτε τρύπα υπήρχε ούτε ποντικόσκατα. Εν τω μεταξύ ο Κωστάκης τώρα κατέβαζε τα πράγματα με μεγάλη προσοχή, χρόνο είχε και τα έβαζε στο κρεβάτι ακριβώς όπως ήταν μέσα  στο συρτάρι. Όλα πήγαιναν μια χαρά αλλά η παροιμία λέει «το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται».  

«Μουρή Κατίνα», λέει μια μέρα η γριά γειτόνισσα στην μάνα του Κωστάκη, που δεν την έπιανε ύπνος όλη τη νύχτα, «φεύγετε στο καπνό και αφήνετε το φως από το σαλόνι αναμμένο πολλές φορές».   «Τι λες βρε θειά, εμείς δεν μπαίνουμε χαράματα στο σαλόνι, τι δουλειά έχουμε εκεί»;   «Να! βλέπω πολλές φορές αναμμένο το φως μόλις φεύγετε για το χωράφι»! Σαν κάτι να ψιλιάστηκε η Κατίνα   «Σε παρακαλώ πολύ θειά, όταν ξαναδείς το φως αναμμένο, έλα και ρίξε μια ματιά από το παράθυρο του σαλονιού μέσα μήπως μπαίνει κανένας κλέφτης».   «Εντάξει κορίτσι μου, μείνε ήσυχη!»   Μετά από λίγες  μέρες έρχεται η γιαγιά κατά τις δέκα το πρωί στο σπίτι την ώρα που ξεφόρτωναν τους μπόγους του καπνού από το γαϊδούρι και λέει. «Τελικά δεν ήταν τίποτα Κατίνα, ο Κωστάκης μόλις φεύγετε  κατεβάζει το συρτάρι της ντουλάπας και βγάζει όλα τα πράγματα επάνω στο κρεββάτι και παίζει, έχει και το τσιμπίδι και μια βελόνα κοντά του».  «Άαααααα! Ώστε έτσι!!! Να λοιπόν ποιός είναι ο ποντικός που τρώει όλα τα κεράσματα και δεν μπορούμε να ξιγυριστούμε, να ξεντροπιαστούμε όταν έρχεται κανένας μουσαφίρης»!     

 «Βλέπεις τώρα ότι κακώς με έδειρες»; της λέει η κόρη της νευριασμένα.    «Πού είναι τώρα; Πήγαινε και φώναξέ τον, αλλά προσοχή μην του πεις τίποτα»! Πήγε εκεί που έπαιζε με τα άλλα παιδιά και τον έφερε. Τον βουτάει από το αυτί η μάνα του και του το γυρίζει απ’ την άλλη μεριά.                                                                                                                                                    «Ώστε εσύ τρως τα γλυκά και κάνεις τον ανήξερο και έχουμε αφανιστεί να ψωνίζουμε συνέχεια! Θα φας τώρα τόσο ξύλο με το τσιμπίδι δέκα φορές όσα λουκούμια και σοκολατάκια έχεις φάει μέχρι σήμερα! Και από εδώ και πέρα δεν θα κλειδώνω το ντουλάπι, αλλά θα μετρώ τα γλυκά και αλλοίμονό σου αν αξαμώσ’ άλλη φορά, αλλοίμονό σου αν  λείπει έστω και ένα! Θα τρως εσύ όλο το ξύλο».                                                                                                 

Και τον περιλαβαίνει!!!….  Όταν βγήκε έξω από το σπίτι ο φουκαράς δεν μπορούσε να περπατήσει, πονούσε παντού. Κλαίγοντας και τρικλίζοντας πήγε καμιά δεκαπενταριά μέτρα, αλλά εκεί τον περίμενε και η «χάρυβδη», η αδερφή του και του έδωσε ακόμα ένα σουλτάν μερεμέτ για το ξύλο που έφαγε άδικα αυτή.


Ήταν Οκτώβριος και άρχιζε ήδη να ψιλοχειμωνιάζει, ο ήλιος την συγκεκριμένη μέρα έπιασε την κατηφόρα προς τα Πιέρια βουνά  και σε λίγο τον σκέπασαν τα μαύρα σύννεφα που προμήνυαν βροχή με το καρδάρι. Αντάρα άρχισε να ανεβαίνει από το ρέμα του «Κουτσού» προς τα πάνω και θόλωσε λίγο το τοπίο. Ξάφνου ο μικρός Κωστάκης αφυπνίστηκε και επικεντρώθηκε στο «έμπα» του χωριού. Σε λίγο  ξεχώρισε μια φιγούρα που με αργά αργά βήματα πλησίαζε. Ήταν ο μπάρμπα Βασίλης ο Παπ……  που σκεπασμένος με μια κάπα χονδρή ως το κεφάλι έφθασε σιγά σιγά μπροστά στο σπίτι που φιλοξενούσε τον Κωστάκη. Ο Κωστάκης που δεν είχε αφήσει ούτε μια στιγμή τα μάτια   από πάνω του, όταν πλησίασε στην πόρτα του λέει:   «Βρε παππού όπως σι  είδα να έρχισει από μακριά μου φάνηκεις σαν Λύκους»!!!    «Σώπα»! του λέει απότομα η γιαγιά του που εκείνη την ώρα πήγε να πλύνει κάποια πιάτα στην βρύση.   «Τι λόγια είναι αυτά; Δεν ντρέπεσαι»;     «Δεν πειράζει μωρέ, μικρό παιδί είναι», απάντησε ο καλοκάγαθος  Παππούς.  «Και βέβαια πειράζει», λέει η γιαγιά, «τι τρόποι είναι αυτοί, δεν υπάρχει σέβαση καθόλου; Γρήγορα, λέει στον μικρό, να ζητήσεις συγγνώμη από τον παππού»!!!  Και ο Κωστάκης, φοβισμένος και σκεπτικός:  «Συγνώμη Παππού»!!!   «Δεν πειράζει παιδάκι μου», του είπε για μια ακόμα φορά ο παππούς χαμογελώντας.  

«Μην στεναχωριέσαι»!!! 

«Πάντως παππούλη από μακριά έμοιαζεις σίγουρα μι λύκου»!!!


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου